υπογραμμίζω conjugation in Greek
"υπογραμμίζω" is a common greek verb meaning "underline/emphasize". Below are its conjugations across major tenses.
υπογραμμίζω
underline/emphasize
Ενεστώτας
εγώεγώ υπογραμμίζω
εσύεσύ υπογραμμίζεις
αυτός/αυτήαυτός υπογραμμίζει
εμείςεμείς υπογραμμίζουμε
εσείςεσείς υπογραμμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπογραμμίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ υπογράμμιζα
εσύεσύ υπογράμμιζες
αυτός/αυτήαυτός υπογράμμιζε
εμείςεμείς υπογραμμίζαμε
εσείςεσείς υπογραμμίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπογράμμιζαν
Αόριστος
εγώεγώ υπογράμμισα
εσύεσύ υπογράμμισες
αυτός/αυτήαυτός υπογράμμισε
εμείςεμείς υπογραμμίσαμε
εσείςεσείς υπογραμμίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπογράμμισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα υπογραμμίζω
εσύεσύ θα υπογραμμίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπογραμμίζει
εμείςεμείς θα υπογραμμίζουμε
εσείςεσείς θα υπογραμμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπογραμμίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα υπογραμμίσω
εσύεσύ θα υπογραμμίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπογραμμίσει
εμείςεμείς θα υπογραμμίσουμε
εσείςεσείς θα υπογραμμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπογραμμίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να υπογραμμίζω
εσύεσύ να υπογραμμίζεις
αυτός/αυτήαυτός να υπογραμμίζει
εμείςεμείς να υπογραμμίζουμε
εσείςεσείς να υπογραμμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπογραμμίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να υπογραμμίσω
εσύεσύ να υπογραμμίσεις
αυτός/αυτήαυτός να υπογραμμίσει
εμείςεμείς να υπογραμμίσουμε
εσείςεσείς να υπογραμμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπογραμμίσουν
Usages & examples
υπογραμμίζω κάτι (στο κείμενο)Υπογράμμισε τις άγνωστες λέξεις στο άρθρο.Underline the unfamiliar words in the article.
υπογραμμίζω ότι + πρότασηΘα ήθελα να υπογραμμίσω ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.I would like to emphasize that there is no reason to worry.
υπογραμμίζω τη σημασία/ανάγκη...Ο δάσκαλος υπογράμμισε τη σημασία της καθημερινής μελέτης.The teacher stressed the importance of daily study.