χορεύω conjugation in Greek

"χορεύω" is a common greek verb meaning "dance". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χορεύω

dance

Ενεστώτας

εγώεγώ χορεύω
εσύεσύ χορεύεις
αυτός/αυτήαυτός χορεύει
εμείςεμείς χορεύουμε
εσείςεσείς χορεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χορεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ χόρευα
εσύεσύ χόρευες
αυτός/αυτήαυτός χόρευε
εμείςεμείς χορεύαμε
εσείςεσείς χορεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χόρευαν

Αόριστος

εγώεγώ χόρεψα
εσύεσύ χόρεψες
αυτός/αυτήαυτός χόρεψε
εμείςεμείς χορέψαμε
εσείςεσείς χορέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χόρεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χορεύω
εσύεσύ θα χορεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα χορεύει
εμείςεμείς θα χορεύουμε
εσείςεσείς θα χορεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χορεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χορέψω
εσύεσύ θα χορέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα χορέψει
εμείςεμείς θα χορέψουμε
εσείςεσείς θα χορέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χορέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χορεύω
εσύεσύ να χορεύεις
αυτός/αυτήαυτός να χορεύει
εμείςεμείς να χορεύουμε
εσείςεσείς να χορεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χορεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χορέψω
εσύεσύ να χορέψεις
αυτός/αυτήαυτός να χορέψει
εμείςεμείς να χορέψουμε
εσείςεσείς να χορέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χορέψουν

Usages & examples

χορεύω (απλό)Μου αρέσει να χορεύω όταν ακούω μουσική.I like to dance when I listen to music.
χορεύω με + αιτ.Θα χορέψεις με μένα στο γάμο;Will you dance with me at the wedding?
χορεύω + είδος χορούΘέλω να μάθω να χορεύω σάλσα.I want to learn to dance salsa.
χορεύω κάποιον στο ταψίΤο αφεντικό μάς χορεύει στο ταψί κάθε μέρα.The boss has us dancing on a hot pan every day.