ακυρώνω conjugation in Greek
"ακυρώνω" is a common greek verb meaning "to cancel". Below are its conjugations across major tenses.
ακυρώνω
to cancel
Ενεστώτας
εγώεγώ ακυρώνω
εσύεσύ ακυρώνεις
αυτός/αυτήαυτός ακυρώνει
εμείςεμείς ακυρώνουμε
εσείςεσείς ακυρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ακυρώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ακύρωνα
εσύεσύ ακύρωνες
αυτός/αυτήαυτός ακύρωνε
εμείςεμείς ακυρώναμε
εσείςεσείς ακυρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ακύρωναν
Αόριστος
εγώεγώ ακύρωσα
εσύεσύ ακύρωσες
αυτός/αυτήαυτός ακύρωσε
εμείςεμείς ακυρώσαμε
εσείςεσείς ακυρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ακύρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ακυρώνω
εσύεσύ θα ακυρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ακυρώνει
εμείςεμείς θα ακυρώνουμε
εσείςεσείς θα ακυρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ακυρώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ακυρώσω
εσύεσύ θα ακυρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ακυρώσει
εμείςεμείς θα ακυρώσουμε
εσείςεσείς θα ακυρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ακυρώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ακυρώνω
εσύεσύ να ακυρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ακυρώνει
εμείςεμείς να ακυρώνουμε
εσείςεσείς να ακυρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ακυρώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ακυρώσω
εσύεσύ να ακυρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ακυρώσει
εμείςεμείς να ακυρώσουμε
εσείςεσείς να ακυρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ακυρώσουν
Usages & examples
ακυρώνω + κράτηση/ραντεβούΜπορείς να ακυρώσεις το ραντεβού μου για αύριο;Can you cancel my appointment for tomorrow?
ακυρώνω εισιτήριο/κάρταΜην ξεχάσεις να ακυρώσεις το εισιτήριο μόλις μπεις στο τρόλεϊ.Don't forget to validate your ticket as soon as you get on the trolley.
ακυρώνω κάποιονΜε ακύρωσε δέκα λεπτά πριν βγούμε και έμεινα σπίτι.He canceled on me ten minutes before we were supposed to go out, so I stayed home.
ακυρώνω απόφαση/νόμοΤο δικαστήριο ακύρωσε τον νόμο ως αντισυνταγματικό.The court annulled the law as unconstitutional.