ανάβω conjugation in Greek
"ανάβω" is a common greek verb meaning "switch on/light". Below are its conjugations across major tenses.
ανάβω
switch on/light
Ενεστώτας
εγώεγώ ανάβω
εσύεσύ ανάβεις
αυτός/αυτήαυτός ανάβει
εμείςεμείς ανάβουμε
εσείςεσείς ανάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανάβουν
Παρατατικός
εγώεγώ άναβα
εσύεσύ άναβες
αυτός/αυτήαυτός άναβε
εμείςεμείς ανάβαμε
εσείςεσείς ανάβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άναβαν
Αόριστος
εγώεγώ άναψα
εσύεσύ άναψες
αυτός/αυτήαυτός άναψε
εμείςεμείς ανάψαμε
εσείςεσείς ανάψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άναψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανάβω
εσύεσύ θα ανάβεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανάβει
εμείςεμείς θα ανάβουμε
εσείςεσείς θα ανάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανάβουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανάψω
εσύεσύ θα ανάψεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανάψει
εμείςεμείς θα ανάψουμε
εσείςεσείς θα ανάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανάψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανάβω
εσύεσύ να ανάβεις
αυτός/αυτήαυτός να ανάβει
εμείςεμείς να ανάβουμε
εσείςεσείς να ανάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανάβουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανάψω
εσύεσύ να ανάψεις
αυτός/αυτήαυτός να ανάψει
εμείςεμείς να ανάψουμε
εσείςεσείς να ανάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανάψουν
Usages & examples
ανάβω κάτι (συσκευή/φως)Άναψε το κλιματιστικό, κάνει ζέστη.Turn on the air conditioner, it’s hot.
κάτι ανάβειΜόλις βράδιασε, άναψαν τα φώτα του δρόμου.As soon as it got dark, the streetlights came on.
ανάβω φωτιά/τσιγάροΒγήκε έξω και άναψε ένα τσιγάρο.He went outside and lit a cigarette.
ανάβω (με κάτι)Ανάβω όταν με διακόπτουν συνέχεια.I get heated when people keep interrupting me.