ανακαλύπτω conjugation in Greek
"ανακαλύπτω" is a common greek verb meaning "to discover". Below are its conjugations across major tenses.
ανακαλύπτω
to discover
Ενεστώτας
εγώεγώ ανακαλύπτω
εσύεσύ ανακαλύπτεις
αυτός/αυτήαυτός ανακαλύπτει
εμείςεμείς ανακαλύπτουμε
εσείςεσείς ανακαλύπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανακαλύπτουν
Παρατατικός
εγώεγώ ανακάλυπτα
εσύεσύ ανακάλυπτες
αυτός/αυτήαυτός ανακάλυπτε
εμείςεμείς ανακαλύπταμε
εσείςεσείς ανακαλύπτατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανακάλυπταν
Αόριστος
εγώεγώ ανακάλυψα
εσύεσύ ανακάλυψες
αυτός/αυτήαυτός ανακάλυψε
εμείςεμείς ανακαλύψαμε
εσείςεσείς ανακαλύψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανακάλυψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανακαλύπτω
εσύεσύ θα ανακαλύπτεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανακαλύπτει
εμείςεμείς θα ανακαλύπτουμε
εσείςεσείς θα ανακαλύπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανακαλύπτουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανακαλύψω
εσύεσύ θα ανακαλύψεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανακαλύψει
εμείςεμείς θα ανακαλύψουμε
εσείςεσείς θα ανακαλύψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανακαλύψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανακαλύπτω
εσύεσύ να ανακαλύπτεις
αυτός/αυτήαυτός να ανακαλύπτει
εμείςεμείς να ανακαλύπτουμε
εσείςεσείς να ανακαλύπτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανακαλύπτουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανακαλύψω
εσύεσύ να ανακαλύψεις
αυτός/αυτήαυτός να ανακαλύψει
εμείςεμείς να ανακαλύψουμε
εσείςεσείς να ανακαλύψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανακαλύψουν
Usages & examples
ανακαλύπτω κάτιΟι επιστήμονες ανακαλύπτουν συνεχώς νέες θεραπείες.Scientists keep discovering new treatments.
ανακαλύπτω ότι...Χθες ανακάλυψα ότι το τηλέφωνό μου ήταν στο αθόρυβο.Yesterday I found out that my phone was on silent.
ανακαλύπτω τον εαυτό μουΣτο σαββατοκύριακο στο βουνό ένιωσα ότι ανακαλύπτω τον εαυτό μου.During the weekend in the mountains I felt I was rediscovering myself.
ανακαλύπτω κάτι κατά λάθοςΤακτοποιούσα το συρτάρι και ανακάλυψα κατά λάθος ένα παλιό γράμμα.I was tidying the drawer and I stumbled upon an old letter.