ανανεώνω conjugation in Greek
"ανανεώνω" is a common greek verb meaning "renew". Below are its conjugations across major tenses.
ανανεώνω
renew
Ενεστώτας
εγώεγώ ανανεώνω
εσύεσύ ανανεώνεις
αυτός/αυτήαυτός ανανεώνει
εμείςεμείς ανανεώνουμε
εσείςεσείς ανανεώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανανεώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ανανέωνα
εσύεσύ ανανέωνες
αυτός/αυτήαυτός ανανέωνε
εμείςεμείς ανανεώναμε
εσείςεσείς ανανεώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανανέωναν
Αόριστος
εγώεγώ ανανέωσα
εσύεσύ ανανέωσες
αυτός/αυτήαυτός ανανέωσε
εμείςεμείς ανανεώσαμε
εσείςεσείς ανανεώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανανέωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανανεώνω
εσύεσύ θα ανανεώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανανεώνει
εμείςεμείς θα ανανεώνουμε
εσείςεσείς θα ανανεώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανανεώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανανεώσω
εσύεσύ θα ανανεώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανανεώσει
εμείςεμείς θα ανανεώσουμε
εσείςεσείς θα ανανεώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανανεώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανανεώνω
εσύεσύ να ανανεώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ανανεώνει
εμείςεμείς να ανανεώνουμε
εσείςεσείς να ανανεώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανανεώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανανεώσω
εσύεσύ να ανανεώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ανανεώσει
εμείςεμείς να ανανεώσουμε
εσείςεσείς να ανανεώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανανεώσουν
Usages & examples
ανανεώνω + έγγραφο/άδειαΠρέπει να ανανεώσω την άδεια οδήγησης πριν λήξει.I need to renew my driver's license before it expires.
ανανεώνω + συνδρομή/συμβόλαιοΑνανεώσαμε το συμβόλαιο του κινητού για ακόμα ένα χρόνο.We renewed the mobile phone contract for another year.
[κάτι] με/σε/μας ανανεώνειΈνας καφές στο μπαλκόνι το πρωί με ανανεώνει.A coffee on the balcony in the morning refreshes me.
ανανεώνεται αυτόματαΗ σελίδα ανανεώνεται αυτόματα κάθε τριάντα δευτερόλεπτα.The page refreshes automatically every thirty seconds.