ανεβαίνω conjugation in Greek
"ανεβαίνω" is a common greek verb meaning "to go up; to climb". Below are its conjugations across major tenses.
ανεβαίνω
to go up; to climb
Ενεστώτας
εγώεγώ ανεβαίνω
εσύεσύ ανεβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός ανεβαίνει
εμείςεμείς ανεβαίνουμε
εσείςεσείς ανεβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανεβαίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ανέβαινα
εσύεσύ ανέβαινες
αυτός/αυτήαυτός ανέβαινε
εμείςεμείς ανεβαίναμε
εσείςεσείς ανεβαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανέβαιναν
Αόριστος
εγώεγώ ανέβηκα
εσύεσύ ανέβηκες
αυτός/αυτήαυτός ανέβηκε
εμείςεμείς ανεβήκαμε
εσείςεσείς ανεβήκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανέβηκαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανεβαίνω
εσύεσύ θα ανεβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανεβαίνει
εμείςεμείς θα ανεβαίνουμε
εσείςεσείς θα ανεβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανεβαίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανέβω
εσύεσύ θα ανέβεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανέβει
εμείςεμείς θα ανέβουμε
εσείςεσείς θα ανέβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανέβουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανεβαίνω
εσύεσύ να ανεβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να ανεβαίνει
εμείςεμείς να ανεβαίνουμε
εσείςεσείς να ανεβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανεβαίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανέβω
εσύεσύ να ανέβεις
αυτός/αυτήαυτός να ανέβει
εμείςεμείς να ανέβουμε
εσείςεσείς να ανέβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανέβουν
Usages & examples
ανεβαίνω τις σκάλες/το βουνόΑνέβηκα τις σκάλες τρέχοντας.I ran up the stairs.
ανεβαίνω σε λεωφορείο/τρένοΜόλις ανέβηκα στο λεωφορείο, πού είσαι;I just got on the bus, where are you?
η τιμή/θερμοκρασία ανεβαίνειΗ θερμοκρασία θα ανέβει στους 40 βαθμούς αύριο.The temperature will rise to 40 degrees tomorrow.
ανεβαίνω Αθήνα/ΘεσσαλονίκηΤο Σάββατο ανεβαίνω Αθήνα για τη συναυλία.On Saturday I'm going up to Athens for the concert.