απαγορεύω conjugation in Greek

"απαγορεύω" is a common greek verb meaning "forbid". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
απαγορεύω

forbid

Ενεστώτας

εγώεγώ απαγορεύω
εσύεσύ απαγορεύεις
αυτός/αυτήαυτός απαγορεύει
εμείςεμείς απαγορεύουμε
εσείςεσείς απαγορεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί απαγορεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ απαγόρευα
εσύεσύ απαγόρευες
αυτός/αυτήαυτός απαγόρευε
εμείςεμείς απαγορεύαμε
εσείςεσείς απαγορεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απαγόρευαν

Αόριστος

εγώεγώ απαγόρευσα
εσύεσύ απαγόρευσες
αυτός/αυτήαυτός απαγόρευσε
εμείςεμείς απαγορεύσαμε
εσείςεσείς απαγορεύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί απαγόρευσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα απαγορεύω
εσύεσύ θα απαγορεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα απαγορεύει
εμείςεμείς θα απαγορεύουμε
εσείςεσείς θα απαγορεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απαγορεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα απαγορεύσω
εσύεσύ θα απαγορεύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα απαγορεύσει
εμείςεμείς θα απαγορεύσουμε
εσείςεσείς θα απαγορεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απαγορεύσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να απαγορεύω
εσύεσύ να απαγορεύεις
αυτός/αυτήαυτός να απαγορεύει
εμείςεμείς να απαγορεύουμε
εσείςεσείς να απαγορεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απαγορεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να απαγορεύσω
εσύεσύ να απαγορεύσεις
αυτός/αυτήαυτός να απαγορεύσει
εμείςεμείς να απαγορεύσουμε
εσείςεσείς να απαγορεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απαγορεύσουν

Usages & examples

απαγορεύω + ουσιαστικόΑπαγορεύω το κάπνισμα στο αμάξι μου.I forbid smoking in my car.
απαγορεύω σε κπ. να + υποτ.Απαγορεύω στα παιδιά να παίζουν βιντεοπαιχνίδια μετά τις δέκα.I forbid the kids to play video games after ten.
απαγορεύεται + ουσιαστικόΑπαγορεύεται το παρκάρισμα μπροστά στην είσοδο.Parking is forbidden in front of the entrance.
απαγορεύεται να + υποτ.Απαγορεύεται να φέρνετε φαγητό μέσα στην αίθουσα.It's forbidden to bring food inside the hall.