αρρωσταίνω conjugation in Greek
"αρρωσταίνω" is a common greek verb meaning "get sick". Below are its conjugations across major tenses.
αρρωσταίνω
get sick
Ενεστώτας
εγώεγώ αρρωσταίνω
εσύεσύ αρρωσταίνεις
αυτός/αυτήαυτός αρρωσταίνει
εμείςεμείς αρρωσταίνουμε
εσείςεσείς αρρωσταίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αρρωσταίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ αρρώσταινα
εσύεσύ αρρώσταινες
αυτός/αυτήαυτός αρρώσταινε
εμείςεμείς αρρωσταίναμε
εσείςεσείς αρρωσταίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αρρώσταιναν
Αόριστος
εγώεγώ αρρώστησα
εσύεσύ αρρώστησες
αυτός/αυτήαυτός αρρώστησε
εμείςεμείς αρρωστήσαμε
εσείςεσείς αρρωστήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αρρώστησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αρρωσταίνω
εσύεσύ θα αρρωσταίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα αρρωσταίνει
εμείςεμείς θα αρρωσταίνουμε
εσείςεσείς θα αρρωσταίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αρρωσταίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αρρωστήσω
εσύεσύ θα αρρωστήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αρρωστήσει
εμείςεμείς θα αρρωστήσουμε
εσείςεσείς θα αρρωστήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αρρωστήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αρρωσταίνω
εσύεσύ να αρρωσταίνεις
αυτός/αυτήαυτός να αρρωσταίνει
εμείςεμείς να αρρωσταίνουμε
εσείςεσείς να αρρωσταίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αρρωσταίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αρρωστήσω
εσύεσύ να αρρωστήσεις
αυτός/αυτήαυτός να αρρωστήσει
εμείςεμείς να αρρωστήσουμε
εσείςεσείς να αρρωστήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αρρωστήσουν
Usages & examples
Ενεστώτας συνήθειαςΠάντα αρρωσταίνω τον χειμώνα.I always get sick in winter.
Αόριστος γεγονόςΑρρώστησα χτες και έμεινα σπίτι.I got sick yesterday and stayed home.
Υποτακτική πρόληψης (να/μην)Βάλε κασκόλ για να μην αρρωστήσεις.Put on a scarf so you don’t get sick.
Παρακείμενος κατάστασηςΈχω αρρωστήσει και δεν μπορώ να βγω.I’ve gotten sick and I can’t go out.