βρίσκω conjugation in Greek
"βρίσκω" is a common greek verb meaning "to find". Below are its conjugations across major tenses.
βρίσκω
to find
Ενεστώτας
εγώεγώ βρίσκω
εσύεσύ βρίσκεις
αυτός/αυτήαυτός βρίσκει
εμείςεμείς βρίσκουμε
εσείςεσείς βρίσκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βρίσκουν
Παρατατικός
εγώεγώ έβρισκα
εσύεσύ έβρισκες
αυτός/αυτήαυτός έβρισκε
εμείςεμείς βρίσκαμε
εσείςεσείς βρίσκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβρισκαν
Αόριστος
εγώεγώ βρήκα
εσύεσύ βρήκες
αυτός/αυτήαυτός βρήκε
εμείςεμείς βρήκαμε
εσείςεσείς βρήκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βρήκαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βρίσκω
εσύεσύ θα βρίσκεις
αυτός/αυτήαυτός θα βρίσκει
εμείςεμείς θα βρίσκουμε
εσείςεσείς θα βρίσκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βρίσκουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βρω
εσύεσύ θα βρεις
αυτός/αυτήαυτός θα βρει
εμείςεμείς θα βρούμε
εσείςεσείς θα βρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βρουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βρίσκω
εσύεσύ να βρίσκεις
αυτός/αυτήαυτός να βρίσκει
εμείςεμείς να βρίσκουμε
εσείςεσείς να βρίσκετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βρίσκουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βρω
εσύεσύ να βρεις
αυτός/αυτήαυτός να βρει
εμείςεμείς να βρούμε
εσείςεσείς να βρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βρουν
Usages & examples
βρίσκω κάτιΒρήκα τα κλειδιά μου στο σακίδιο.I found my keys in the backpack.
βρίσκω ότι/πως + πρότασηΒρίσκω πως η ιδέα σου είναι εξαιρετική.I find that your idea is excellent.
βρίσκω χρόνο/λεφτά για + ουσιαστικόΠροσπαθώ να βρω χρόνο για διάβασμα κάθε μέρα.I try to find time for reading every day.
δεν τον/την βρίσκω (στο τηλέφωνο)Του τηλεφωνώ, αλλά δεν τον βρίσκω.I’m calling him, but I can’t reach him.