γεμίζω conjugation in Greek
"γεμίζω" is a common greek verb meaning "to fill". Below are its conjugations across major tenses.
γεμίζω
to fill
Ενεστώτας
εγώεγώ γεμίζω
εσύεσύ γεμίζεις
αυτός/αυτήαυτός γεμίζει
εμείςεμείς γεμίζουμε
εσείςεσείς γεμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γεμίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γέμιζα
εσύεσύ γέμιζες
αυτός/αυτήαυτός γέμιζε
εμείςεμείς γεμίζαμε
εσείςεσείς γεμίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γέμιζαν
Αόριστος
εγώεγώ γέμισα
εσύεσύ γέμισες
αυτός/αυτήαυτός γέμισε
εμείςεμείς γεμίσαμε
εσείςεσείς γεμίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γέμισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γεμίζω
εσύεσύ θα γεμίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γεμίζει
εμείςεμείς θα γεμίζουμε
εσείςεσείς θα γεμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γεμίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γεμίσω
εσύεσύ θα γεμίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γεμίσει
εμείςεμείς θα γεμίσουμε
εσείςεσείς θα γεμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γεμίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γεμίζω
εσύεσύ να γεμίζεις
αυτός/αυτήαυτός να γεμίζει
εμείςεμείς να γεμίζουμε
εσείςεσείς να γεμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γεμίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γεμίσω
εσύεσύ να γεμίσεις
αυτός/αυτήαυτός να γεμίσει
εμείςεμείς να γεμίσουμε
εσείςεσείς να γεμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γεμίσουν
Usages & examples
γεμίζω κάτι με κάτιΓέμισε το ποτήρι με νερό.He filled the glass with water.
κάτι γεμίζει (με/από) κάτιΗ αίθουσα γέμισε από κόσμο.The hall filled up with people.
με γεμίζει + ουσιαστικόΗ ζωγραφική με γεμίζει χαρά.Painting fills me with joy.
γεμίζω + πληθυντικός (καλύπτομαι)Το αυτοκίνητο γέμισε γρατζουνιές μετά το ταξίδι.The car got covered in scratches after the trip.