γκρεμίζω conjugation in Greek
"γκρεμίζω" is a common greek verb meaning "to demolish". Below are its conjugations across major tenses.
γκρεμίζω
to demolish
Ενεστώτας
εγώεγώ γκρεμίζω
εσύεσύ γκρεμίζεις
αυτός/αυτήαυτός γκρεμίζει
εμείςεμείς γκρεμίζουμε
εσείςεσείς γκρεμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γκρεμίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γκρέμιζα
εσύεσύ γκρέμιζες
αυτός/αυτήαυτός γκρέμιζε
εμείςεμείς γκρεμίζαμε
εσείςεσείς γκρεμίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γκρέμιζαν
Αόριστος
εγώεγώ γκρέμισα
εσύεσύ γκρέμισες
αυτός/αυτήαυτός γκρέμισε
εμείςεμείς γκρεμίσαμε
εσείςεσείς γκρεμίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γκρέμισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γκρεμίζω
εσύεσύ θα γκρεμίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γκρεμίζει
εμείςεμείς θα γκρεμίζουμε
εσείςεσείς θα γκρεμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γκρεμίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γκρεμίσω
εσύεσύ θα γκρεμίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γκρεμίσει
εμείςεμείς θα γκρεμίσουμε
εσείςεσείς θα γκρεμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γκρεμίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γκρεμίζω
εσύεσύ να γκρεμίζεις
αυτός/αυτήαυτός να γκρεμίζει
εμείςεμείς να γκρεμίζουμε
εσείςεσείς να γκρεμίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γκρεμίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γκρεμίσω
εσύεσύ να γκρεμίσεις
αυτός/αυτήαυτός να γκρεμίσει
εμείςεμείς να γκρεμίσουμε
εσείςεσείς να γκρεμίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γκρεμίσουν
Usages & examples
γκρεμίζω κάτι (κτίριο)Ο δήμος γκρέμισε το παλιό κτίριο.The municipality demolished the old building.
γκρεμίζω κάποιονΈνα δυνατό κύμα τον γκρέμισε στην άμμο.A strong wave knocked him down on the sand.
γκρεμίζω όνειρα/ελπίδεςΜην του γκρεμίζεις τα όνειρα.Don't shatter his dreams.
γκρεμίζω τα πάνταΑν συνεχίσεις έτσι, θα γκρεμίσεις τα πάντα.If you keep going like this, you’ll ruin everything.