γκρινιάζω conjugation in Greek
"γκρινιάζω" is a common greek verb meaning "to complain; to grumble". Below are its conjugations across major tenses.
γκρινιάζω
to complain; to grumble
Ενεστώτας
εγώεγώ γκρινιάζω
εσύεσύ γκρινιάζεις
αυτός/αυτήαυτός γκρινιάζει
εμείςεμείς γκρινιάζουμε
εσείςεσείς γκρινιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γκρινιάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γκρίνιαζα
εσύεσύ γκρίνιαζες
αυτός/αυτήαυτός γκρίνιαζε
εμείςεμείς γκρινιάζαμε
εσείςεσείς γκρινιάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γκρίνιαζαν
Αόριστος
εγώεγώ γκρίνιαξα
εσύεσύ γκρίνιαξες
αυτός/αυτήαυτός γκρίνιαξε
εμείςεμείς γκρινιάξαμε
εσείςεσείς γκρινιάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γκρίνιαξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γκρινιάζω
εσύεσύ θα γκρινιάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γκρινιάζει
εμείςεμείς θα γκρινιάζουμε
εσείςεσείς θα γκρινιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γκρινιάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γκρινιάξω
εσύεσύ θα γκρινιάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα γκρινιάξει
εμείςεμείς θα γκρινιάξουμε
εσείςεσείς θα γκρινιάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γκρινιάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γκρινιάζω
εσύεσύ να γκρινιάζεις
αυτός/αυτήαυτός να γκρινιάζει
εμείςεμείς να γκρινιάζουμε
εσείςεσείς να γκρινιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γκρινιάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γκρινιάξω
εσύεσύ να γκρινιάξεις
αυτός/αυτήαυτός να γκρινιάξει
εμείςεμείς να γκρινιάξουμε
εσείςεσείς να γκρινιάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γκρινιάξουν
Usages & examples
γκρινιάζω για + κάτιΜην γκρινιάζεις για τον καιρό όλη μέρα.Don't complain about the weather all day.
γκρινιάζω σε + κάποιονΓκρινιάζει συνέχεια στον δάσκαλο.He keeps complaining to the teacher.
σταμάτα να γκρινιάζειςΣταμάτα να γκρινιάζεις και έλα μαζί μας.Stop whining and come with us.
γκρινιάζω για να + υποτ.Το παιδί γκρινιάζει για να του πάρουν παγωτό.The kid is whining so they'll buy him ice cream.