γνωρίζω conjugation in Greek
"γνωρίζω" is a common greek verb meaning "to know; to meet". Below are its conjugations across major tenses.
γνωρίζω
to know; to meet
Ενεστώτας
εγώεγώ γνωρίζω
εσύεσύ γνωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός γνωρίζει
εμείςεμείς γνωρίζουμε
εσείςεσείς γνωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γνωρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γνώριζα
εσύεσύ γνώριζες
αυτός/αυτήαυτός γνώριζε
εμείςεμείς γνωρίζαμε
εσείςεσείς γνωρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γνώριζαν
Αόριστος
εγώεγώ γνώρισα
εσύεσύ γνώρισες
αυτός/αυτήαυτός γνώρισε
εμείςεμείς γνωρίσαμε
εσείςεσείς γνωρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γνώρισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γνωρίζω
εσύεσύ θα γνωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γνωρίζει
εμείςεμείς θα γνωρίζουμε
εσείςεσείς θα γνωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γνωρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γνωρίσω
εσύεσύ θα γνωρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γνωρίσει
εμείςεμείς θα γνωρίσουμε
εσείςεσείς θα γνωρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γνωρίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γνωρίζω
εσύεσύ να γνωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να γνωρίζει
εμείςεμείς να γνωρίζουμε
εσείςεσείς να γνωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γνωρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γνωρίσω
εσύεσύ να γνωρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να γνωρίσει
εμείςεμείς να γνωρίσουμε
εσείςεσείς να γνωρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γνωρίσουν
Usages & examples
γνωρίζω κάτιΔεν γνωρίζω την απάντηση.I don't know the answer.
γνωρίζω κάποιονΓνωρίζω τη Μαρία από το σχολείο.I know Maria from school.
γνωρίζω ότι + πρότασηΓνωρίζω ότι θα αργήσεις.I know you'll be late.
γνωρίζω από + ουσιαστικόΟ Κώστας γνωρίζει από υπολογιστές.Kostas knows about computers.