γράφω conjugation in Greek
"γράφω" is a common greek verb meaning "to write". Below are its conjugations across major tenses.
γράφω
to write
Ενεστώτας
εγώεγώ γράφω
εσύεσύ γράφεις
αυτός/αυτήαυτός γράφει
εμείςεμείς γράφουμε
εσείςεσείς γράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γράφουν
Παρατατικός
εγώεγώ έγραφα
εσύεσύ έγραφες
αυτός/αυτήαυτός έγραφε
εμείςεμείς γράφαμε
εσείςεσείς γράφατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έγραφαν
Αόριστος
εγώεγώ έγραψα
εσύεσύ έγραψες
αυτός/αυτήαυτός έγραψε
εμείςεμείς γράψαμε
εσείςεσείς γράψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έγραψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γράφω
εσύεσύ θα γράφεις
αυτός/αυτήαυτός θα γράφει
εμείςεμείς θα γράφουμε
εσείςεσείς θα γράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γράφουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γράψω
εσύεσύ θα γράψεις
αυτός/αυτήαυτός θα γράψει
εμείςεμείς θα γράψουμε
εσείςεσείς θα γράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γράψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γράφω
εσύεσύ να γράφεις
αυτός/αυτήαυτός να γράφει
εμείςεμείς να γράφουμε
εσείςεσείς να γράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γράφουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γράψω
εσύεσύ να γράψεις
αυτός/αυτήαυτός να γράψει
εμείςεμείς να γράψουμε
εσείςεσείς να γράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γράψουν
Usages & examples
γράφω κάτιΓράφω ένα email στη δουλειά.I’m writing an email at work.
γράφω σε κάποιονΓράψε στη Μαρία να δεις τι κάνει.Write to Maria to see how she’s doing.
γράφω κάποιον (αργ.)Με πήρε τηλέφωνο αλλά τον έγραψα.He called me but I ignored him.
γράφω κάποιον σε κάτιΈγραψα τον μικρό σε μαθήματα αγγλικών.I enrolled the little one in English classes.