δαγκώνω conjugation in Greek
"δαγκώνω" is a common greek verb meaning "to bite". Below are its conjugations across major tenses.
δαγκώνω
to bite
Ενεστώτας
εγώεγώ δαγκώνω
εσύεσύ δαγκώνεις
αυτός/αυτήαυτός δαγκώνει
εμείςεμείς δαγκώνουμε
εσείςεσείς δαγκώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δαγκώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ δάγκωνα
εσύεσύ δάγκωνες
αυτός/αυτήαυτός δάγκωνε
εμείςεμείς δαγκώναμε
εσείςεσείς δαγκώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δάγκωναν
Αόριστος
εγώεγώ δάγκωσα
εσύεσύ δάγκωσες
αυτός/αυτήαυτός δάγκωσε
εμείςεμείς δαγκώσαμε
εσείςεσείς δαγκώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δάγκωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα δαγκώνω
εσύεσύ θα δαγκώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα δαγκώνει
εμείςεμείς θα δαγκώνουμε
εσείςεσείς θα δαγκώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δαγκώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα δαγκώσω
εσύεσύ θα δαγκώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δαγκώσει
εμείςεμείς θα δαγκώσουμε
εσείςεσείς θα δαγκώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δαγκώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να δαγκώνω
εσύεσύ να δαγκώνεις
αυτός/αυτήαυτός να δαγκώνει
εμείςεμείς να δαγκώνουμε
εσείςεσείς να δαγκώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δαγκώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να δαγκώσω
εσύεσύ να δαγκώσεις
αυτός/αυτήαυτός να δαγκώσει
εμείςεμείς να δαγκώσουμε
εσείςεσείς να δαγκώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δαγκώσουν
Usages & examples
δαγκώνω κάποιον/κάτιΟ σκύλος δάγκωσε τον ταχυδρόμο.The dog bit the mailman.
δαγκώνω μια μπουκιά/κομμάτιΜη δαγκώνεις τόσο μεγάλο κομμάτι.Don't bite such a big piece.
δαγκώνω κάποιον (λεφτά)Ο ταξιτζής μας δάγκωσε δέκα ευρώ παραπάνω.The taxi driver ripped us off ten euros extra.
Έξω δαγκώνειΒάλε παλτό, έξω δαγκώνει.Put on a coat, it's freezing outside.