διορθώνω conjugation in Greek

"διορθώνω" is a common greek verb meaning "correct / fix". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
διορθώνω

correct / fix

Ενεστώτας

εγώεγώ διορθώνω
εσύεσύ διορθώνεις
αυτός/αυτήαυτός διορθώνει
εμείςεμείς διορθώνουμε
εσείςεσείς διορθώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διορθώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ διόρθωνα
εσύεσύ διόρθωνες
αυτός/αυτήαυτός διόρθωνε
εμείςεμείς διορθώναμε
εσείςεσείς διορθώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διόρθωναν

Αόριστος

εγώεγώ διόρθωσα
εσύεσύ διόρθωσες
αυτός/αυτήαυτός διόρθωσε
εμείςεμείς διορθώσαμε
εσείςεσείς διορθώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διόρθωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα διορθώνω
εσύεσύ θα διορθώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα διορθώνει
εμείςεμείς θα διορθώνουμε
εσείςεσείς θα διορθώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διορθώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα διορθώσω
εσύεσύ θα διορθώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διορθώσει
εμείςεμείς θα διορθώσουμε
εσείςεσείς θα διορθώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διορθώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να διορθώνω
εσύεσύ να διορθώνεις
αυτός/αυτήαυτός να διορθώνει
εμείςεμείς να διορθώνουμε
εσείςεσείς να διορθώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διορθώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να διορθώσω
εσύεσύ να διορθώσεις
αυτός/αυτήαυτός να διορθώσει
εμείςεμείς να διορθώσουμε
εσείςεσείς να διορθώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διορθώσουν

Usages & examples

διορθώνω ένα λάθοςΔιόρθωσα το λάθος στην εργασία μου.I corrected the mistake in my assignment.
διορθώνω κάποιονΣυγγνώμη που σε διορθώνω, αλλά η λέξη γράφεται με άλφα.Sorry to correct you, but the word is spelled with an alpha.
διορθώνω συσκευήΟ μπαμπάς μου διόρθωσε το ποδήλατό μου χθες.My dad fixed my bike yesterday.
διορθώνω κείμενοΠριν το στείλεις, άσε με να διορθώσω το κείμενο.Before you send it, let me edit the text.