διψάω conjugation in Greek
"διψάω" is a common greek verb meaning "be thirsty". Below are its conjugations across major tenses.
διψάω
be thirsty
Ενεστώτας
εγώεγώ διψάω
εσύεσύ διψάς
αυτός/αυτήαυτός διψάει
εμείςεμείς διψάμε
εσείςεσείς διψάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί διψάνε
Παρατατικός
εγώεγώ διψούσα
εσύεσύ διψούσες
αυτός/αυτήαυτός διψούσε
εμείςεμείς διψούσαμε
εσείςεσείς διψούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διψούσαν
Αόριστος
εγώεγώ δίψασα
εσύεσύ δίψασες
αυτός/αυτήαυτός δίψασε
εμείςεμείς διψάσαμε
εσείςεσείς διψάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δίψασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διψάω
εσύεσύ θα διψάς
αυτός/αυτήαυτός θα διψάει
εμείςεμείς θα διψάμε
εσείςεσείς θα διψάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διψάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διψάσω
εσύεσύ θα διψάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διψάσει
εμείςεμείς θα διψάσουμε
εσείςεσείς θα διψάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διψάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διψάω
εσύεσύ να διψάς
αυτός/αυτήαυτός να διψάει
εμείςεμείς να διψάμε
εσείςεσείς να διψάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διψάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διψάσω
εσύεσύ να διψάσεις
αυτός/αυτήαυτός να διψάσει
εμείςεμείς να διψάσουμε
εσείςεσείς να διψάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διψάσουν
Usages & examples
Διψάω (κυριολεκτικά)Διψάω, έχεις λίγο νερό;I'm thirsty, do you have some water?
Διψάω για + ουσ.Ο κόσμος διψάει για αλήθεια.People thirst for truth.
Διψάω να + υποτ.Διψάω να σε δω από κοντά.I'm dying to see you in person.
Διψάω από + αιτίαΔιψάω από τη ζέστη που έχει σήμερα.I'm thirsty from the heat today.