δοκιμάζω conjugation in Greek

"δοκιμάζω" is a common greek verb meaning "to try; to test". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
δοκιμάζω

to try; to test

Ενεστώτας

εγώεγώ δοκιμάζω
εσύεσύ δοκιμάζεις
αυτός/αυτήαυτός δοκιμάζει
εμείςεμείς δοκιμάζουμε
εσείςεσείς δοκιμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δοκιμάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ δοκίμαζα
εσύεσύ δοκίμαζες
αυτός/αυτήαυτός δοκίμαζε
εμείςεμείς δοκιμάζαμε
εσείςεσείς δοκιμάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δοκίμαζαν

Αόριστος

εγώεγώ δοκίμασα
εσύεσύ δοκίμασες
αυτός/αυτήαυτός δοκίμασε
εμείςεμείς δοκιμάσαμε
εσείςεσείς δοκιμάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δοκίμασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα δοκιμάζω
εσύεσύ θα δοκιμάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα δοκιμάζει
εμείςεμείς θα δοκιμάζουμε
εσείςεσείς θα δοκιμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δοκιμάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα δοκιμάσω
εσύεσύ θα δοκιμάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δοκιμάσει
εμείςεμείς θα δοκιμάσουμε
εσείςεσείς θα δοκιμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δοκιμάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να δοκιμάζω
εσύεσύ να δοκιμάζεις
αυτός/αυτήαυτός να δοκιμάζει
εμείςεμείς να δοκιμάζουμε
εσείςεσείς να δοκιμάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δοκιμάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να δοκιμάσω
εσύεσύ να δοκιμάσεις
αυτός/αυτήαυτός να δοκιμάσει
εμείςεμείς να δοκιμάσουμε
εσείςεσείς να δοκιμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δοκιμάσουν

Usages & examples

δοκιμάζω φαγητό/ποτόΔοκίμασε λίγο από τη σούπα, είναι τέλεια.Try a bit of the soup, it's great.
δοκιμάζω ρούχοΜπορώ να δοκιμάσω αυτό το σακάκι σε μέγεθος Μ;Can I try this jacket in size M?
δοκιμάζω να + ρήμαΔοκιμάζω να ξυπνώ πιο νωρίς κάθε μέρα.I'm trying to wake up earlier every day.
δοκιμάζω συσκευή/λύση (τεστάρω)Πριν το στείλω, δοκίμασα το λινκ και λειτουργεί.Before I sent it, I tested the link and it works.