είμαι conjugation in Greek
"είμαι" is a common greek verb meaning "to be". Below are its conjugations across major tenses.
είμαι
to be
Ενεστώτας
εγώεγώ είμαι
εσύεσύ είσαι
αυτός/αυτήαυτός είναι
εμείςεμείς είμαστε
εσείςεσείς είστε
αυτοί/αυτέςαυτοί είναι
Παρατατικός
εγώεγώ ήμουν
εσύεσύ ήσουν
αυτός/αυτήαυτός ήταν
εμείςεμείς ήμασταν
εσείςεσείς ήσασταν
αυτοί/αυτέςαυτοί ήταν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα είμαι
εσύεσύ θα είσαι
αυτός/αυτήαυτός θα είναι
εμείςεμείς θα είμαστε
εσείςεσείς θα είστε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα είναι
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να είμαι
εσύεσύ να είσαι
αυτός/αυτήαυτός να είναι
εμείςεμείς να είμαστε
εσείςεσείς να είστε
αυτοί/αυτέςαυτοί να είναι
Usages & examples
είμαι + ουσ./επίθ. (ταυτότητα)Είμαι φοιτητής στο πανεπιστήμιο.I am a student at the university.
είμαι + σε/στο + μέροςΕίμαι στο γραφείο, έρχομαι σε λίγο.I'm at the office, I'll come in a bit.
είμαι + αριθμός + χρονώνΕίμαι τριάντα δύο χρονών.I am thirty-two years old.
είμαι έτοιμος/η να + ρήμαΕίμαι έτοιμη να ξεκινήσουμε.I'm ready to start.