βάζω conjugation in Greek
"βάζω" is a common greek verb meaning "to put; to place". Below are its conjugations across major tenses.
βάζω
to put; to place
Ενεστώτας
εγώεγώ βάζω
εσύεσύ βάζεις
αυτός/αυτήαυτός βάζει
εμείςεμείς βάζουμε
εσείςεσείς βάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ έβαζα
εσύεσύ έβαζες
αυτός/αυτήαυτός έβαζε
εμείςεμείς βάζαμε
εσείςεσείς βάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβαζαν
Αόριστος
εγώεγώ έβαλα
εσύεσύ έβαλες
αυτός/αυτήαυτός έβαλε
εμείςεμείς βάλαμε
εσείςεσείς βάλατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβαλαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βάζω
εσύεσύ θα βάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα βάζει
εμείςεμείς θα βάζουμε
εσείςεσείς θα βάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βάλω
εσύεσύ θα βάλεις
αυτός/αυτήαυτός θα βάλει
εμείςεμείς θα βάλουμε
εσείςεσείς θα βάλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βάλουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βάζω
εσύεσύ να βάζεις
αυτός/αυτήαυτός να βάζει
εμείςεμείς να βάζουμε
εσείςεσείς να βάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βάλω
εσύεσύ να βάλεις
αυτός/αυτήαυτός να βάλει
εμείςεμείς να βάλουμε
εσείςεσείς να βάλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βάλουν
Usages & examples
βάζω κάτι κάπουΒάλε το βιβλίο στο τραπέζι, σε παρακαλώ.Put the book on the table, please.
βάζω ρούχο/παπούτσιαΠερίμενε ένα λεπτό να βάλω το παλτό μου.Wait a second so I can put on my coat.
βάζω μουσικήΝα βάλω λίγη μουσική ή θες ησυχία;Should I put on some music or do you want quiet?
βάζω λεφτάΌλοι βάλαμε δέκα ευρώ για το δώρο.We all put in ten euros for the gift.