ανεβάζω conjugation in Greek
"ανεβάζω" is a common greek verb meaning "to raise; to upload". Below are its conjugations across major tenses.
ανεβάζω
to raise; to upload
Ενεστώτας
εγώεγώ ανεβάζω
εσύεσύ ανεβάζεις
αυτός/αυτήαυτός ανεβάζει
εμείςεμείς ανεβάζουμε
εσείςεσείς ανεβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανεβάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ανέβαζα
εσύεσύ ανέβαζες
αυτός/αυτήαυτός ανέβαζε
εμείςεμείς ανεβάζαμε
εσείςεσείς ανεβάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανέβαζαν
Αόριστος
εγώεγώ ανέβασα
εσύεσύ ανέβασες
αυτός/αυτήαυτός ανέβασε
εμείςεμείς ανεβάσαμε
εσείςεσείς ανεβάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανέβασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανεβάζω
εσύεσύ θα ανεβάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανεβάζει
εμείςεμείς θα ανεβάζουμε
εσείςεσείς θα ανεβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανεβάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανεβάσω
εσύεσύ θα ανεβάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανεβάσει
εμείςεμείς θα ανεβάσουμε
εσείςεσείς θα ανεβάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανεβάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανεβάζω
εσύεσύ να ανεβάζεις
αυτός/αυτήαυτός να ανεβάζει
εμείςεμείς να ανεβάζουμε
εσείςεσείς να ανεβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανεβάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανεβάσω
εσύεσύ να ανεβάσεις
αυτός/αυτήαυτός να ανεβάσει
εμείςεμείς να ανεβάσουμε
εσείςεσείς να ανεβάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανεβάσουν
Usages & examples
ανεβάζω κάτι (ένταση, θερμοκρασία)Μπορείς να ανεβάσεις λίγο τον ήχο;Can you turn the volume up a bit?
ανεβάζω κάτι στο ίντερνετΘα ανεβάσω τις φωτογραφίες στο Facebook το βράδυ.I'll upload the photos on Facebook tonight.
ανεβάζω κάτι/κάποιον επάνωΠερίμενε, να ανεβάσω τις βαλίτσες πάνω.Wait, let me take the suitcases upstairs.
ανεβάζω τη διάθεσηΑυτό το τραγούδι μου ανεβάζει τη διάθεση.This song lifts my mood.