κατεβάζω conjugation in Greek
"κατεβάζω" is a common greek verb meaning "to lower; to download". Below are its conjugations across major tenses.
κατεβάζω
to lower; to download
Ενεστώτας
εγώεγώ κατεβάζω
εσύεσύ κατεβάζεις
αυτός/αυτήαυτός κατεβάζει
εμείςεμείς κατεβάζουμε
εσείςεσείς κατεβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατεβάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ κατέβαζα
εσύεσύ κατέβαζες
αυτός/αυτήαυτός κατέβαζε
εμείςεμείς κατεβάζαμε
εσείςεσείς κατεβάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατέβαζαν
Αόριστος
εγώεγώ κατέβασα
εσύεσύ κατέβασες
αυτός/αυτήαυτός κατέβασε
εμείςεμείς κατεβάσαμε
εσείςεσείς κατεβάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατέβασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κατεβάζω
εσύεσύ θα κατεβάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κατεβάζει
εμείςεμείς θα κατεβάζουμε
εσείςεσείς θα κατεβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κατεβάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κατεβάσω
εσύεσύ θα κατεβάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κατεβάσει
εμείςεμείς θα κατεβάσουμε
εσείςεσείς θα κατεβάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κατεβάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κατεβάζω
εσύεσύ να κατεβάζεις
αυτός/αυτήαυτός να κατεβάζει
εμείςεμείς να κατεβάζουμε
εσείςεσείς να κατεβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κατεβάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κατεβάσω
εσύεσύ να κατεβάσεις
αυτός/αυτήαυτός να κατεβάσει
εμείςεμείς να κατεβάσουμε
εσείςεσείς να κατεβάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κατεβάσουν
Usages & examples
κατεβάζω κάτι από το ράφιΜπορείς να κατεβάσεις το κουτί από το πάνω ράφι;Can you take the box down from the top shelf?
κατεβάζω αρχείοΠερίμενε να κατεβάσω το pdf στο κινητό μου.Wait for me to download the PDF to my phone.
κατεβάζω ένα ποτόΜετά τη δουλειά κατέβασε δυο μπύρες σε πέντε λεπτά.After work he downed two beers in five minutes.
κατεβάζω ρολάΣτις οκτώ κατεβάζουμε ρολά και φεύγουμε.At eight we pull down the shutters and leave.