διαβάζω conjugation in Greek
"διαβάζω" is a common greek verb meaning "to read; to study". Below are its conjugations across major tenses.
διαβάζω
to read; to study
Ενεστώτας
εγώεγώ διαβάζω
εσύεσύ διαβάζεις
αυτός/αυτήαυτός διαβάζει
εμείςεμείς διαβάζουμε
εσείςεσείς διαβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διαβάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ διάβαζα
εσύεσύ διάβαζες
αυτός/αυτήαυτός διάβαζε
εμείςεμείς διαβάζαμε
εσείςεσείς διαβάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διάβαζαν
Αόριστος
εγώεγώ διάβασα
εσύεσύ διάβασες
αυτός/αυτήαυτός διάβασε
εμείςεμείς διαβάσαμε
εσείςεσείς διαβάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διάβασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διαβάζω
εσύεσύ θα διαβάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα διαβάζει
εμείςεμείς θα διαβάζουμε
εσείςεσείς θα διαβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διαβάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διαβάσω
εσύεσύ θα διαβάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διαβάσει
εμείςεμείς θα διαβάσουμε
εσείςεσείς θα διαβάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διαβάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διαβάζω
εσύεσύ να διαβάζεις
αυτός/αυτήαυτός να διαβάζει
εμείςεμείς να διαβάζουμε
εσείςεσείς να διαβάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διαβάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διαβάσω
εσύεσύ να διαβάσεις
αυτός/αυτήαυτός να διαβάσει
εμείςεμείς να διαβάσουμε
εσείςεσείς να διαβάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διαβάσουν
Usages & examples
διαβάζω κάτιΚάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, διαβάζω ένα μυθιστόρημα.Every night before I sleep, I read a novel.
διαβάζω για + εξετάσειςΌλο το Σαββατοκύριακο διαβάζω για το τεστ.All weekend I'm studying for the test.
διαβάζω σε κάποιονΤου διαβάζω παραμύθι κάθε βράδυ.I read him a fairy tale every night.
διαβάζω ότι/πως + πρότασηΔιάβασα ότι ανοίγει νέο μετρό στον Πειραιά.I read that a new metro is opening in Piraeus.