ενημερώνω conjugation in Greek
"ενημερώνω" is a common greek verb meaning "to inform; to update". Below are its conjugations across major tenses.
ενημερώνω
to inform; to update
Ενεστώτας
εγώεγώ ενημερώνω
εσύεσύ ενημερώνεις
αυτός/αυτήαυτός ενημερώνει
εμείςεμείς ενημερώνουμε
εσείςεσείς ενημερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενημερώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ενημέρωνα
εσύεσύ ενημέρωνες
αυτός/αυτήαυτός ενημέρωνε
εμείςεμείς ενημέρώναμε
εσείςεσείς ενημέρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενημέρωναν
Αόριστος
εγώεγώ ενημέρωσα
εσύεσύ ενημέρωσες
αυτός/αυτήαυτός ενημέρωσε
εμείςεμείς ενημέρώσαμε
εσείςεσείς ενημέρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενημέρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ενημερώνω
εσύεσύ θα ενημερώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ενημερώνει
εμείςεμείς θα ενημερώνουμε
εσείςεσείς θα ενημερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ενημερώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ενημερώσω
εσύεσύ θα ενημερώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ενημερώσει
εμείςεμείς θα ενημερώσουμε
εσείςεσείς θα ενημερώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ενημερώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ενημερώνω
εσύεσύ να ενημερώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ενημερώνει
εμείςεμείς να ενημερώνουμε
εσείςεσείς να ενημερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ενημερώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ενημερώσω
εσύεσύ να ενημερώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ενημερώσει
εμείςεμείς να ενημερώσουμε
εσείςεσείς να ενημερώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ενημερώσουν
Usages & examples
ενημερώνω κάποιον για κάτιΘα σε ενημερώσω για τα αποτελέσματα μόλις βγουν.I'll inform you about the results as soon as they come out.
σε/σας ενημερώνω ότι...Σας ενημερώνω ότι το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό αύριο.I inform you that the store will stay closed tomorrow.
ενημερώνω το πρόγραμμα/σύστημαΕνημέρωσα το λογισμικό κι έλυσε το πρόβλημα.I updated the software and it solved the problem.
ενημερώνομαι για κάτιΕνημερώνομαι συνεχώς για τις προσφορές πριν ψωνίσω.I constantly keep myself informed about the offers before shopping.