ενοχλώ conjugation in Greek
"ενοχλώ" is a common greek verb meaning "to bother". Below are its conjugations across major tenses.
ενοχλώ
to bother
Ενεστώτας
εγώεγώ ενοχλώ
εσύεσύ ενοχλείς
αυτός/αυτήαυτός ενοχλεί
εμείςεμείς ενοχλούμε
εσείςεσείς ενοχλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενοχλούν
Παρατατικός
εγώεγώ ενοχλούσα
εσύεσύ ενοχλούσες
αυτός/αυτήαυτός ενοχλούσε
εμείςεμείς ενοχλούσαμε
εσείςεσείς ενοχλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενοχλούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ενόχλησα
εσύεσύ ενόχλησες
αυτός/αυτήαυτός ενόχλησε
εμείςεμείς ενοχλήσαμε
εσείςεσείς ενοχλήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενόχλησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ενοχλώ
εσύεσύ θα ενοχλείς
αυτός/αυτήαυτός θα ενοχλεί
εμείςεμείς θα ενοχλούμε
εσείςεσείς θα ενοχλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ενοχλούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ενοχλήσω
εσύεσύ θα ενοχλήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ενοχλήσει
εμείςεμείς θα ενοχλήσουμε
εσείςεσείς θα ενοχλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ενοχλήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ενοχλώ
εσύεσύ να ενοχλείς
αυτός/αυτήαυτός να ενοχλεί
εμείςεμείς να ενοχλούμε
εσείςεσείς να ενοχλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ενοχλούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ενοχλήσω
εσύεσύ να ενοχλήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ενοχλήσει
εμείςεμείς να ενοχλήσουμε
εσείςεσείς να ενοχλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ενοχλήσουν
Usages & examples
ενοχλώ κάποιονΜην ενοχλείς τον Γιάννη, διαβάζει.Don't bother Yiannis, he's studying.
με ενοχλεί κάτιΜε ενοχλεί ο καπνός.The smoke bothers me.
Συγγνώμη που ενοχλώΣυγγνώμη που ενοχλώ, μπορείτε να μου πείτε την ώρα;Sorry to bother, can you tell me the time?
Μπορώ να σε ενοχλήσω;Μπορώ να σε ενοχλήσω για ένα λεπτό;Can I bother you for a minute?