καλώ conjugation in Greek

"καλώ" is a common greek verb meaning "to call; to invite". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
καλώ

to call; to invite

Ενεστώτας

εγώεγώ καλώ
εσύεσύ καλείς
αυτός/αυτήαυτός καλεί
εμείςεμείς καλούμε
εσείςεσείς καλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί καλούν

Παρατατικός

εγώεγώ καλούσα
εσύεσύ καλούσες
αυτός/αυτήαυτός καλούσε
εμείςεμείς καλούσαμε
εσείςεσείς καλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καλούσαν

Αόριστος

εγώεγώ κάλεσα
εσύεσύ κάλεσες
αυτός/αυτήαυτός κάλεσε
εμείςεμείς καλέσαμε
εσείςεσείς καλέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κάλεσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα καλώ
εσύεσύ θα καλείς
αυτός/αυτήαυτός θα καλεί
εμείςεμείς θα καλούμε
εσείςεσείς θα καλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καλούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα καλέσω
εσύεσύ θα καλέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα καλέσει
εμείςεμείς θα καλέσουμε
εσείςεσείς θα καλέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καλέσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να καλώ
εσύεσύ να καλείς
αυτός/αυτήαυτός να καλεί
εμείςεμείς να καλούμε
εσείςεσείς να καλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καλούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να καλέσω
εσύεσύ να καλέσεις
αυτός/αυτήαυτός να καλέσει
εμείςεμείς να καλέσουμε
εσείςεσείς να καλέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καλέσουν

Usages & examples

καλώ κάποιον σε...Θα καλέσουμε όλους τους φίλους μας στον γάμο.We will invite all our friends to the wedding.
καλώ κάποιον (τηλεφωνώ)Θα σε καλέσω το απόγευμα να τα πούμε.I'll call you this afternoon so we can chat.
καλώ κάποιον να + υποτ.Ο προπονητής κάλεσε τους παίκτες να μείνουν συγκεντρωμένοι.The coach urged the players to stay focused.
καλώ κάποιον για/σε (επίσημο λόγο)Η αστυνομία τον κάλεσε για κατάθεση αύριο το πρωί.The police summoned him to give a statement tomorrow morning.