προκαλώ conjugation in Greek
"προκαλώ" is a common greek verb meaning "cause/provoke". Below are its conjugations across major tenses.
προκαλώ
cause/provoke
Ενεστώτας
εγώεγώ προκαλώ
εσύεσύ προκαλείς
αυτός/αυτήαυτός προκαλεί
εμείςεμείς προκαλούμε
εσείςεσείς προκαλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί προκαλούν
Παρατατικός
εγώεγώ προκαλούσα
εσύεσύ προκαλούσες
αυτός/αυτήαυτός προκαλούσε
εμείςεμείς προκαλούσαμε
εσείςεσείς προκαλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προκαλούσαν
Αόριστος
εγώεγώ προκάλεσα
εσύεσύ προκάλεσες
αυτός/αυτήαυτός προκάλεσε
εμείςεμείς προκαλέσαμε
εσείςεσείς προκάλεσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προκάλεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα προκαλώ
εσύεσύ θα προκαλείς
αυτός/αυτήαυτός θα προκαλεί
εμείςεμείς θα προκαλούμε
εσείςεσείς θα προκαλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προκαλούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα προκαλέσω
εσύεσύ θα προκαλέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προκαλέσει
εμείςεμείς θα προκαλέσουμε
εσείςεσείς θα προκαλέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προκαλέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να προκαλώ
εσύεσύ να προκαλείς
αυτός/αυτήαυτός να προκαλεί
εμείςεμείς να προκαλούμε
εσείςεσείς να προκαλείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προκαλούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να προκαλέσω
εσύεσύ να προκαλέσεις
αυτός/αυτήαυτός να προκαλέσει
εμείςεμείς να προκαλέσουμε
εσείςεσείς να προκαλέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προκαλέσουν
Usages & examples
προκαλώ κπ να + ρήμαΣε προκαλώ να το πεις μπροστά του.I dare you to say it in front of him.
προκαλώ ζημιές / πρόβλημαΗ καταιγίδα προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο χωριό.The storm caused major damage in the village.
προκαλώ γέλιο / ενδιαφέρονΤο βίντεο προκάλεσε πολύ ενδιαφέρον στο κοινό.The video sparked a lot of interest in the audience.
μην με/τον/την προκαλείςΜην τον προκαλείς, είναι ήδη νευριασμένος.Don't provoke him, he's already annoyed.