ενώνω conjugation in Greek
"ενώνω" is a common greek verb meaning "to join; to unite". Below are its conjugations across major tenses.
ενώνω
to join; to unite
Ενεστώτας
εγώεγώ ενώνω
εσύεσύ ενώνεις
αυτός/αυτήαυτός ενώνει
εμείςεμείς ενώνουμε
εσείςεσείς ενώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ενώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ένωνα
εσύεσύ ένωνες
αυτός/αυτήαυτός ένωνε
εμείςεμείς ενώναμε
εσείςεσείς ενώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ένωναν
Αόριστος
εγώεγώ ένωσα
εσύεσύ ένωσες
αυτός/αυτήαυτός ένωσε
εμείςεμείς ενώσαμε
εσείςεσείς ενώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ένωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ενώνω
εσύεσύ θα ενώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ενώνει
εμείςεμείς θα ενώνουμε
εσείςεσείς θα ενώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ενώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ενώσω
εσύεσύ θα ενώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ενώσει
εμείςεμείς θα ενώσουμε
εσείςεσείς θα ενώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ενώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ενώνω
εσύεσύ να ενώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ενώνει
εμείςεμείς να ενώνουμε
εσείςεσείς να ενώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ενώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ενώσω
εσύεσύ να ενώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ενώσει
εμείςεμείς να ενώσουμε
εσείςεσείς να ενώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ενώσουν
Usages & examples
ενώνω κάτι με κάτιΕνώνω τα δύο καλώδια με ταινία.I join the two cables with tape.
ενώνω τις δυνάμεις (μας/σας)Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να τελειώσουμε το πρότζεκτ.Let's join our forces to finish the project.
ενώνομαι με / σεΤα δύο χωριά ενώθηκαν σε έναν δήμο το 2011.The two villages were united into one municipality in 2011.