ζεσταίνω conjugation in Greek

"ζεσταίνω" is a common greek verb meaning "to warm; to heat". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ζεσταίνω

to warm; to heat

Ενεστώτας

εγώεγώ ζεσταίνω
εσύεσύ ζεσταίνεις
αυτός/αυτήαυτός ζεσταίνει
εμείςεμείς ζεσταίνουμε
εσείςεσείς ζεσταίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζεσταίνουν

Παρατατικός

εγώεγώ ζέσταινα
εσύεσύ ζέσταινες
αυτός/αυτήαυτός ζέσταινε
εμείςεμείς ζεσταίναμε
εσείςεσείς ζεσταίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζέσταιναν

Αόριστος

εγώεγώ ζέστανα
εσύεσύ ζέστανες
αυτός/αυτήαυτός ζέστανε
εμείςεμείς ζεστάναμε
εσείςεσείς ζεστάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζέσταναν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ζεσταίνω
εσύεσύ θα ζεσταίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζεσταίνει
εμείςεμείς θα ζεσταίνουμε
εσείςεσείς θα ζεσταίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζεσταίνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ζεστάνω
εσύεσύ θα ζεστάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζεστάνει
εμείςεμείς θα ζεστάνουμε
εσείςεσείς θα ζεστάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζεστάνουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ζεσταίνω
εσύεσύ να ζεσταίνεις
αυτός/αυτήαυτός να ζεσταίνει
εμείςεμείς να ζεσταίνουμε
εσείςεσείς να ζεσταίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζεσταίνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ζεστάνω
εσύεσύ να ζεστάνεις
αυτός/αυτήαυτός να ζεστάνει
εμείςεμείς να ζεστάνουμε
εσείςεσείς να ζεστάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζεστάνουν

Usages & examples

ζεσταίνω + φαγητό/ποτόΖεσταίνω λίγο γάλα για το παιδί.I’m warming up some milk for the child.
ζεσταίνω τον χώροΆναψα το καλοριφέρ για να ζεστάνω το σπίτι.I turned on the heater to warm the house.
κάτι ζεσταίνει κάποιονΑυτό το χοντρό πουλόβερ θα σε ζεστάνει το βράδυ.This thick sweater will keep you warm tonight.
ζεσταίνω την καρδιά (μεταφορικά)Το μήνυμά σου μου ζέστανε την καρδιά.Your message warmed my heart.