ηχογραφώ conjugation in Greek
"ηχογραφώ" is a common greek verb meaning "record audio". Below are its conjugations across major tenses.
ηχογραφώ
record audio
Ενεστώτας
εγώεγώ ηχογραφώ
εσύεσύ ηχογραφείς
αυτός/αυτήαυτός ηχογραφεί
εμείςεμείς ηχογραφούμε
εσείςεσείς ηχογραφείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ηχογραφούν
Παρατατικός
εγώεγώ ηχογραφούσα
εσύεσύ ηχογραφούσες
αυτός/αυτήαυτός ηχογραφούσε
εμείςεμείς ηχογραφούσαμε
εσείςεσείς ηχογραφούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ηχογραφούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ηχογράφησα
εσύεσύ ηχογράφησες
αυτός/αυτήαυτός ηχογράφησε
εμείςεμείς ηχογραφήσαμε
εσείςεσείς ηχογραφήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ηχογράφησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ηχογραφώ
εσύεσύ θα ηχογραφείς
αυτός/αυτήαυτός θα ηχογραφεί
εμείςεμείς θα ηχογραφούμε
εσείςεσείς θα ηχογραφείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ηχογραφούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ηχογραφήσω
εσύεσύ θα ηχογραφήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ηχογραφήσει
εμείςεμείς θα ηχογραφήσουμε
εσείςεσείς θα ηχογραφήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ηχογραφήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ηχογραφώ
εσύεσύ να ηχογραφείς
αυτός/αυτήαυτός να ηχογραφεί
εμείςεμείς να ηχογραφούμε
εσείςεσείς να ηχογραφείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ηχογραφούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ηχογραφήσω
εσύεσύ να ηχογραφήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ηχογραφήσει
εμείςεμείς να ηχογραφήσουμε
εσείςεσείς να ηχογραφήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ηχογραφήσουν
Usages & examples
ηχογραφώ + αντικείμενοΣήμερα ηχογραφώ ένα podcast για ταξίδια.Today I'm recording a travel podcast.
ηχογραφώ με + συσκευήΣυνήθως ηχογραφώ με το κινητό μου στις πρόβες.I usually record with my phone during rehearsals.
ηχογραφώ κρυφά κάποιονΜην τον ηχογραφείς κρυφά, είναι παράνομο.Don't record him secretly; it's illegal.
ηχογραφώ σε + μέροςΠροτιμώ να ηχογραφώ στο σπίτι για να είμαι πιο χαλαρός.I prefer to record at home so I can be more relaxed.