θέτω conjugation in Greek

"θέτω" is a common greek verb meaning "set/put". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
θέτω

set/put

Ενεστώτας

εγώεγώ θέτω
εσύεσύ θέτεις
αυτός/αυτήαυτός θέτει
εμείςεμείς θέτουμε
εσείςεσείς θέτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θέτουν

Παρατατικός

εγώεγώ έθετα
εσύεσύ έθετες
αυτός/αυτήαυτός έθετε
εμείςεμείς θέταμε
εσείςεσείς θέτατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έθεταν

Αόριστος

εγώεγώ έθεσα
εσύεσύ έθεσες
αυτός/αυτήαυτός έθεσε
εμείςεμείς θέσαμε
εσείςεσείς θέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έθεσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα θέτω
εσύεσύ θα θέτεις
αυτός/αυτήαυτός θα θέτει
εμείςεμείς θα θέτουμε
εσείςεσείς θα θέτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα θέτουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα θέσω
εσύεσύ θα θέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα θέσει
εμείςεμείς θα θέσουμε
εσείςεσείς θα θέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα θέσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να θέτω
εσύεσύ να θέτεις
αυτός/αυτήαυτός να θέτει
εμείςεμείς να θέτουμε
εσείςεσείς να θέτετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να θέτουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να θέσω
εσύεσύ να θέσεις
αυτός/αυτήαυτός να θέσει
εμείςεμείς να θέσουμε
εσείςεσείς να θέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να θέσουν

Usages & examples

θέτω στόχουςΘέτω στόχους για τη νέα χρονιά.I set goals for the new year.
θέτω θέμαΘέτω ένα σοβαρό θέμα στη συζήτηση.I raise a serious issue in the discussion.
θέτω σε εφαρμογήΘέτουμε το σχέδιο σε εφαρμογή αύριο.We put the plan into action tomorrow.
θέτω όριαΠρέπει να θέσεις όρια στα παιδιά.You need to set boundaries for the kids.