καθαρίζω conjugation in Greek
"καθαρίζω" is a common greek verb meaning "to clean". Below are its conjugations across major tenses.
καθαρίζω
to clean
Ενεστώτας
εγώεγώ καθαρίζω
εσύεσύ καθαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός καθαρίζει
εμείςεμείς καθαρίζουμε
εσείςεσείς καθαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί καθαρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ καθάριζα
εσύεσύ καθάριζες
αυτός/αυτήαυτός καθάριζε
εμείςεμείς καθαρίζαμε
εσείςεσείς καθαρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καθάριζαν
Αόριστος
εγώεγώ καθάρισα
εσύεσύ καθάρισες
αυτός/αυτήαυτός καθάρισε
εμείςεμείς καθαρίσαμε
εσείςεσείς καθαρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καθάρισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα καθαρίζω
εσύεσύ θα καθαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα καθαρίζει
εμείςεμείς θα καθαρίζουμε
εσείςεσείς θα καθαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καθαρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα καθαρίσω
εσύεσύ θα καθαρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα καθαρίσει
εμείςεμείς θα καθαρίσουμε
εσείςεσείς θα καθαρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καθαρίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να καθαρίζω
εσύεσύ να καθαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να καθαρίζει
εμείςεμείς να καθαρίζουμε
εσείςεσείς να καθαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καθαρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να καθαρίσω
εσύεσύ να καθαρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να καθαρίσει
εμείςεμείς να καθαρίσουμε
εσείςεσείς να καθαρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καθαρίσουν
Usages & examples
καθαρίζω + αντικείμενοΚαθαρίζω το μπάνιο κάθε Σάββατο.I clean the bathroom every Saturday.
καθαρίζω + φρούτο/λαχανικόΜπορείς να καθαρίσεις τις πατάτες;Can you peel the potatoes?
καθαρίζω το μυαλό/κεφάλι μουΠάω μια βόλτα για να καθαρίσω το μυαλό μου.I'm going for a walk to clear my head.
καθαρίζω κάτι από + ουσίαΠροσπαθώ να καθαρίσω τον καναπέ από τον λεκέ.I'm trying to clean the stain off the couch.