κουβεντιάζω conjugation in Greek
"κουβεντιάζω" is a common greek verb meaning "chat". Below are its conjugations across major tenses.
κουβεντιάζω
chat
Ενεστώτας
εγώεγώ κουβεντιάζω
εσύεσύ κουβεντιάζεις
αυτός/αυτήαυτός κουβεντιάζει
εμείςεμείς κουβεντιάζουμε
εσείςεσείς κουβεντιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουβεντιάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ κουβέντιαζα
εσύεσύ κουβέντιαζες
αυτός/αυτήαυτός κουβέντιαζε
εμείςεμείς κουβεντιάζαμε
εσείςεσείς κουβεντιάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουβέντιαζαν
Αόριστος
εγώεγώ κουβέντιασα
εσύεσύ κουβέντιασες
αυτός/αυτήαυτός κουβέντιασε
εμείςεμείς κουβεντιάσαμε
εσείςεσείς κουβεντιάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουβέντιασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κουβεντιάζω
εσύεσύ θα κουβεντιάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουβεντιάζει
εμείςεμείς θα κουβεντιάζουμε
εσείςεσείς θα κουβεντιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουβεντιάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κουβεντιάσω
εσύεσύ θα κουβεντιάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουβεντιάσει
εμείςεμείς θα κουβεντιάσουμε
εσείςεσείς θα κουβεντιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουβεντιάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κουβεντιάζω
εσύεσύ να κουβεντιάζεις
αυτός/αυτήαυτός να κουβεντιάζει
εμείςεμείς να κουβεντιάζουμε
εσείςεσείς να κουβεντιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουβεντιάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κουβεντιάσω
εσύεσύ να κουβεντιάσεις
αυτός/αυτήαυτός να κουβεντιάσει
εμείςεμείς να κουβεντιάσουμε
εσείςεσείς να κουβεντιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουβεντιάσουν
Usages & examples
κουβεντιάζω με + πρόσωποΚάθε απόγευμα κουβεντιάζω με τη γειτόνισσα στο μπαλκόνι.Every afternoon I chat with the neighbor on the balcony.
κουβεντιάζω για + θέμαΚουβεντιάζουμε για τα σχέδια του Σαββατοκύριακου.We’re talking about the weekend plans.
απλώς κουβεντιάζωΔεν κανονίσαμε τίποτα, απλώς κουβεντιάζαμε.We didn’t arrange anything, we were just chatting.
να κουβεντιάσουμε; (πρόταση)Θέλεις να κουβεντιάσουμε λίγο μετά τη δουλειά;Do you want to have a chat after work?