κουρεύω conjugation in Greek
"κουρεύω" is a common greek verb meaning "cut hair". Below are its conjugations across major tenses.
κουρεύω
cut hair
Ενεστώτας
εγώεγώ κουρεύω
εσύεσύ κουρεύεις
αυτός/αυτήαυτός κουρεύει
εμείςεμείς κουρεύουμε
εσείςεσείς κουρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουρεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ κούρευα
εσύεσύ κούρευες
αυτός/αυτήαυτός κούρευε
εμείςεμείς κουρεύαμε
εσείςεσείς κουρεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κούρευαν
Αόριστος
εγώεγώ κούρεψα
εσύεσύ κούρεψες
αυτός/αυτήαυτός κούρεψε
εμείςεμείς κουρέψαμε
εσείςεσείς κουρέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κούρεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κουρεύω
εσύεσύ θα κουρεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουρεύει
εμείςεμείς θα κουρεύουμε
εσείςεσείς θα κουρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουρεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κουρέψω
εσύεσύ θα κουρέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουρέψει
εμείςεμείς θα κουρέψουμε
εσείςεσείς θα κουρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουρέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κουρεύω
εσύεσύ να κουρεύεις
αυτός/αυτήαυτός να κουρεύει
εμείςεμείς να κουρεύουμε
εσείςεσείς να κουρεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουρεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κουρέψω
εσύεσύ να κουρέψεις
αυτός/αυτήαυτός να κουρέψει
εμείςεμείς να κουρέψουμε
εσείςεσείς να κουρέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουρέψουν
Usages & examples
κουρεύω + τα μαλλιά μου/σου/τουΤον χειμώνα κουρεύω τα μαλλιά μου πιο κοντά.In winter I cut my hair shorter.
κάποιος κούρεψε κάποιον + επίθετοΗ κομμώτρια κούρεψε τη Μαρία πολύ κοντά.The hairdresser cut Maria's hair very short.
Κούρεψέ με + λίγο/πολύΚούρεψέ με λίγο γύρω-γύρω, σε παρακαλώ.Trim me a little around the edges, please.
κουρεύω το γκαζόνΚάθε Σάββατο κουρεύω το γκαζόν στον κήπο.Every Saturday I mow the lawn in the garden.