κρεμάω conjugation in Greek

"κρεμάω" is a common greek verb meaning "to hang". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κρεμάω

to hang

Ενεστώτας

εγώεγώ κρεμάω
εσύεσύ κρεμάς
αυτός/αυτήαυτός κρεμάει
εμείςεμείς κρεμάμε
εσείςεσείς κρεμάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρεμάνε

Παρατατικός

εγώεγώ κρεμούσα
εσύεσύ κρεμούσες
αυτός/αυτήαυτός κρεμούσε
εμείςεμείς κρεμούσαμε
εσείςεσείς κρεμούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρεμούσαν

Αόριστος

εγώεγώ κρέμασα
εσύεσύ κρέμασες
αυτός/αυτήαυτός κρέμασε
εμείςεμείς κρεμάσαμε
εσείςεσείς κρεμάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρέμασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κρεμάω
εσύεσύ θα κρεμάς
αυτός/αυτήαυτός θα κρεμάει
εμείςεμείς θα κρεμάμε
εσείςεσείς θα κρεμάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρεμάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κρεμάσω
εσύεσύ θα κρεμάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κρεμάσει
εμείςεμείς θα κρεμάσουμε
εσείςεσείς θα κρεμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρεμάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κρεμάω
εσύεσύ να κρεμάς
αυτός/αυτήαυτός να κρεμάει
εμείςεμείς να κρεμάμε
εσείςεσείς να κρεμάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρεμάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κρεμάσω
εσύεσύ να κρεμάσεις
αυτός/αυτήαυτός να κρεμάσει
εμείςεμείς να κρεμάσουμε
εσείςεσείς να κρεμάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρεμάσουν

Usages & examples

κρεμάω κάτι σε/στοΚρεμάω το παλτό μου στην ντουλάπα μόλις γυρίζω σπίτι.I hang my coat in the closet as soon as I get home.
κρεμάω το τηλέφωνοΜόλις τσακωθήκαμε, του κρέμασα το τηλέφωνο.Right after we argued, I hung up on him.
κρεμάω κάποιονΥποσχέθηκε να βοηθήσει, αλλά με κρέμασε.He promised to help, but he let me down.
κρεμάω τα παπούτσια/γάντιαΟ παλαίμαχος φορ ανακοίνωσε ότι κρεμάει τα παπούτσια του.The veteran striker announced he is hanging up his boots.