κυνηγάω conjugation in Greek
"κυνηγάω" is a common greek verb meaning "chase". Below are its conjugations across major tenses.
κυνηγάω
chase
Ενεστώτας
εγώεγώ κυνηγάω
εσύεσύ κυνηγάς
αυτός/αυτήαυτός κυνηγάει
εμείςεμείς κυνηγάμε
εσείςεσείς κυνηγάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κυνηγάνε
Παρατατικός
εγώεγώ κυνηγούσα
εσύεσύ κυνηγούσες
αυτός/αυτήαυτός κυνηγούσε
εμείςεμείς κυνηγούσαμε
εσείςεσείς κυνηγούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κυνηγούσανε
Αόριστος
εγώεγώ κυνήγησα
εσύεσύ κυνήγησες
αυτός/αυτήαυτός κυνήγησε
εμείςεμείς κυνηγήσαμε
εσείςεσείς κυνηγήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κυνήγησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κυνηγάω
εσύεσύ θα κυνηγάς
αυτός/αυτήαυτός θα κυνηγάει
εμείςεμείς θα κυνηγάμε
εσείςεσείς θα κυνηγάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κυνηγάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κυνηγήσω
εσύεσύ θα κυνηγήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κυνηγήσει
εμείςεμείς θα κυνηγήσουμε
εσείςεσείς θα κυνηγήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κυνηγήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κυνηγάω
εσύεσύ να κυνηγάς
αυτός/αυτήαυτός να κυνηγάει
εμείςεμείς να κυνηγάμε
εσείςεσείς να κυνηγάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κυνηγάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κυνηγήσω
εσύεσύ να κυνηγήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κυνηγήσει
εμείςεμείς να κυνηγήσουμε
εσείςεσείς να κυνηγήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κυνηγήσουν
Usages & examples
κυνηγάω ζώοΤα Σαββατοκύριακα κυνηγάω λαγούς με τον πατέρα μου.On weekends I hunt hares with my father.
κυνηγάω κάποιον/κάτιΟ αστυνομικός κυνηγάει τον κλέφτη στους δρόμους.The policeman is chasing the thief through the streets.
κυνηγάω στόχο/ευκαιρίαΚυνηγάω μια προαγωγή εδώ και μήνες.I've been going after a promotion for months.
με κυνηγάει...Με κυνηγάει ο χρόνος και δεν προλαβαίνω τίποτα.Time is chasing me and I can't keep up with anything.