κόβω conjugation in Greek
"κόβω" is a common greek verb meaning "cut". Below are its conjugations across major tenses.
κόβω
cut
Ενεστώτας
εγώεγώ κόβω
εσύεσύ κόβεις
αυτός/αυτήαυτός κόβει
εμείςεμείς κόβουμε
εσείςεσείς κόβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κόβουν
Παρατατικός
εγώεγώ έκοβα
εσύεσύ έκοβες
αυτός/αυτήαυτός έκοβε
εμείςεμείς κόβαμε
εσείςεσείς κόβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκοβαν
Αόριστος
εγώεγώ έκοψα
εσύεσύ έκοψες
αυτός/αυτήαυτός έκοψε
εμείςεμείς κόψαμε
εσείςεσείς κόψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκοψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κόβω
εσύεσύ θα κόβεις
αυτός/αυτήαυτός θα κόβει
εμείςεμείς θα κόβουμε
εσείςεσείς θα κόβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κόβουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κόψω
εσύεσύ θα κόψεις
αυτός/αυτήαυτός θα κόψει
εμείςεμείς θα κόψουμε
εσείςεσείς θα κόψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κόψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κόβω
εσύεσύ να κόβεις
αυτός/αυτήαυτός να κόβει
εμείςεμείς να κόβουμε
εσείςεσείς να κόβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κόβουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κόψω
εσύεσύ να κόψεις
αυτός/αυτήαυτός να κόψει
εμείςεμείς να κόψουμε
εσείςεσείς να κόψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κόψουν
Usages & examples
κόβω + αντικείμενοΚόβω το κρεμμύδι σε μικρά κομμάτια.I cut the onion into small pieces.
κόβω το κάπνισμαΑποφάσισα να κόψω το κάπνισμα.I decided to quit smoking.
κόβω ταχύτηταΚόψε ταχύτητα, έχει φανάρι μπροστά.Slow down, there's a traffic light ahead.
κόβω δρόμοΑν κόψουμε δρόμο από το πάρκο, θα φτάσουμε πιο γρήγορα.If we take a shortcut through the park, we'll get there faster.