μαθαίνω conjugation in Greek

"μαθαίνω" is a common greek verb meaning "to learn". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
μαθαίνω

to learn

Ενεστώτας

εγώεγώ μαθαίνω
εσύεσύ μαθαίνεις
αυτός/αυτήαυτός μαθαίνει
εμείςεμείς μαθαίνουμε
εσείςεσείς μαθαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μαθαίνουν

Παρατατικός

εγώεγώ μάθαινα
εσύεσύ μάθαινες
αυτός/αυτήαυτός μάθαινε
εμείςεμείς μαθαίναμε
εσείςεσείς μαθαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μάθαιναν

Αόριστος

εγώεγώ έμαθα
εσύεσύ έμαθες
αυτός/αυτήαυτός έμαθε
εμείςεμείς μάθαμε
εσείςεσείς μάθατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έμαθαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα μαθαίνω
εσύεσύ θα μαθαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα μαθαίνει
εμείςεμείς θα μαθαίνουμε
εσείςεσείς θα μαθαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μαθαίνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα μάθω
εσύεσύ θα μάθεις
αυτός/αυτήαυτός θα μάθει
εμείςεμείς θα μάθουμε
εσείςεσείς θα μάθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μάθουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να μαθαίνω
εσύεσύ να μαθαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να μαθαίνει
εμείςεμείς να μαθαίνουμε
εσείςεσείς να μαθαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μαθαίνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να μάθω
εσύεσύ να μάθεις
αυτός/αυτήαυτός να μάθει
εμείςεμείς να μάθουμε
εσείςεσείς να μάθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μάθουν

Usages & examples

μαθαίνω να + ρήμαΜαθαίνω να οδηγώ αυτές τις μέρες.I'm learning to drive these days.
έμαθα ότι + πρότασηΈμαθα ότι πήρες προαγωγή!I found out you got promoted!
μαθαίνω κάτι απ' έξωΠρέπει να μάθω το ποίημα απ' έξω μέχρι αύριο.I have to learn the poem by heart by tomorrow.
μαθαίνω κάποιον να + ρήμαΤον έμαθα να παίζει σκάκι.I taught him to play chess.