μισώ conjugation in Greek
"μισώ" is a common greek verb meaning "to hate". Below are its conjugations across major tenses.
μισώ
to hate
Ενεστώτας
εγώεγώ μισώ
εσύεσύ μισείς
αυτός/αυτήαυτός μισεί
εμείςεμείς μισούμε
εσείςεσείς μισείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί μισούν
Παρατατικός
εγώεγώ μισούσα
εσύεσύ μισούσες
αυτός/αυτήαυτός μισούσε
εμείςεμείς μισούσαμε
εσείςεσείς μισούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μισούσαν
Αόριστος
εγώεγώ μίσησα
εσύεσύ μίσησες
αυτός/αυτήαυτός μίσησε
εμείςεμείς μισήσαμε
εσείςεσείς μισήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μίσησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μισώ
εσύεσύ θα μισείς
αυτός/αυτήαυτός θα μισεί
εμείςεμείς θα μισούμε
εσείςεσείς θα μισείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μισούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μισήσω
εσύεσύ θα μισήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μισήσει
εμείςεμείς θα μισήσουμε
εσείςεσείς θα μισήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μισήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μισώ
εσύεσύ να μισείς
αυτός/αυτήαυτός να μισεί
εμείςεμείς να μισούμε
εσείςεσείς να μισείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μισούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μισήσω
εσύεσύ να μισήσεις
αυτός/αυτήαυτός να μισήσει
εμείςεμείς να μισήσουμε
εσείςεσείς να μισήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μισήσουν
Usages & examples
μισώ + άρθρο + ουσιαστικόΜισώ την υγρασία.I hate humidity.
τον/την/τους μισώΤον μισώ, αλλά δεν το δείχνω.I hate him, but I don't show it.
μισώ να + ρήμαΜισώ να περιμένω στην ουρά.I hate waiting in line.
μισώ όταν + πρότασηΜισώ όταν ακυρώνουν τελευταία στιγμή.I hate it when they cancel last minute.