μοιράζω conjugation in Greek

"μοιράζω" is a common greek verb meaning "to share". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
μοιράζω

to share

Ενεστώτας

εγώεγώ μοιράζω
εσύεσύ μοιράζεις
αυτός/αυτήαυτός μοιράζει
εμείςεμείς μοιράζουμε
εσείςεσείς μοιράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μοιράζουν

Παρατατικός

εγώεγώ μοίραζα
εσύεσύ μοίραζες
αυτός/αυτήαυτός μοίραζε
εμείςεμείς μοιράζαμε
εσείςεσείς μοιράζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μοίραζαν

Αόριστος

εγώεγώ μοίρασα
εσύεσύ μοίρασες
αυτός/αυτήαυτός μοίρασε
εμείςεμείς μοιράσαμε
εσείςεσείς μοιράσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μοίρασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα μοιράζω
εσύεσύ θα μοιράζεις
αυτός/αυτήαυτός θα μοιράζει
εμείςεμείς θα μοιράζουμε
εσείςεσείς θα μοιράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μοιράζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα μοιράσω
εσύεσύ θα μοιράσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μοιράσει
εμείςεμείς θα μοιράσουμε
εσείςεσείς θα μοιράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μοιράσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να μοιράζω
εσύεσύ να μοιράζεις
αυτός/αυτήαυτός να μοιράζει
εμείςεμείς να μοιράζουμε
εσείςεσείς να μοιράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μοιράζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να μοιράσω
εσύεσύ να μοιράσεις
αυτός/αυτήαυτός να μοιράσει
εμείςεμείς να μοιράσουμε
εσείςεσείς να μοιράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μοιράσουν

Usages & examples

μοιράζω κάτι σε κάποιονΜοίρασα γλυκά στα παιδιά.I handed out sweets to the kids.
μοιράζουμε κάτι στη μέσηΜοιράζουμε τον λογαριασμό στη μέση.We’re splitting the bill in half.
μοιράζω τα χαρτιάΠοιος μοιράζει τα χαρτιά αυτή τη φορά;Who’s dealing the cards this time?
μοιράζω αρχείο/λινκΜπορείς να μου μοιράσεις το αρχείο στο email;Can you share the file with me by email?