μπαίνω conjugation in Greek
"μπαίνω" is a common greek verb meaning "to go in; to enter". Below are its conjugations across major tenses.
μπαίνω
to go in; to enter
Ενεστώτας
εγώεγώ μπαίνω
εσύεσύ μπαίνεις
αυτός/αυτήαυτός μπαίνει
εμείςεμείς μπαίνουμε
εσείςεσείς μπαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπαίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έμπαινα
εσύεσύ έμπαινες
αυτός/αυτήαυτός έμπαινε
εμείςεμείς μπαίναμε
εσείςεσείς μπαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έμπαιναν
Αόριστος
εγώεγώ μπήκα
εσύεσύ μπήκες
αυτός/αυτήαυτός μπήκε
εμείςεμείς μπήκαμε
εσείςεσείς μπήκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπήκαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μπαίνω
εσύεσύ θα μπαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα μπαίνει
εμείςεμείς θα μπαίνουμε
εσείςεσείς θα μπαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μπαίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μπω
εσύεσύ θα μπεις
αυτός/αυτήαυτός θα μπει
εμείςεμείς θα μπούμε
εσείςεσείς θα μπείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μπουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μπαίνω
εσύεσύ να μπαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να μπαίνει
εμείςεμείς να μπαίνουμε
εσείςεσείς να μπαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μπαίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μπω
εσύεσύ να μπεις
αυτός/αυτήαυτός να μπει
εμείςεμείς να μπούμε
εσείςεσείς να μπείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μπουν
Usages & examples
μπαίνω σε + μέροςΚρυώνω, πάμε να μπούμε σε ένα καφέ.I'm cold, let's go into a café.
μπαίνω σε + περίοδο/δραστηριότηταΑπό αύριο μπαίνω σε δίαιτα.Starting tomorrow I'm going on a diet.
μπαίνω στη συζήτησηΌταν μίλησαν για ταξίδια, μπήκα κι εγώ στη συζήτηση.When they started talking about trips, I joined the conversation too.
δεν μπαίνω σε + ρούχοΔεν μπαίνω πια σε αυτό το παντελόνι.I don't fit into these pants anymore.