μυρίζω conjugation in Greek

"μυρίζω" is a common greek verb meaning "smell". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
μυρίζω

smell

Ενεστώτας

εγώεγώ μυρίζω
εσύεσύ μυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός μυρίζει
εμείςεμείς μυρίζουμε
εσείςεσείς μυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μυρίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ μύριζα
εσύεσύ μύριζες
αυτός/αυτήαυτός μύριζε
εμείςεμείς μυρίζαμε
εσείςεσείς μυρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μύριζαν

Αόριστος

εγώεγώ μύρισα
εσύεσύ μύρισες
αυτός/αυτήαυτός μύρισε
εμείςεμείς μυρίσαμε
εσείςεσείς μυρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μύρισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα μυρίζω
εσύεσύ θα μυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα μυρίζει
εμείςεμείς θα μυρίζουμε
εσείςεσείς θα μυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μυρίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα μυρίσω
εσύεσύ θα μυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μυρίσει
εμείςεμείς θα μυρίσουμε
εσείςεσείς θα μυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μυρίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να μυρίζω
εσύεσύ να μυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να μυρίζει
εμείςεμείς να μυρίζουμε
εσείςεσείς να μυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μυρίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να μυρίσω
εσύεσύ να μυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να μυρίσει
εμείςεμείς να μυρίσουμε
εσείςεσείς να μυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μυρίσουν

Usages & examples

μυρίζω κάτιΜυρίζω τον καφέ πριν τον πιω.I smell the coffee before I drink it.
μυρίζω ωραία/άσχημαΤο φρεσκοψημένο ψωμί μυρίζει υπέροχα.The freshly baked bread smells wonderful.
μυρίζει + ουσιαστικόΤο δωμάτιο μυρίζει καπνό.The room smells of smoke.
μυρίζω σαν...Το σαμπουάν μυρίζει σαν καρύδα.The shampoo smells like coconut.