νικάω conjugation in Greek
"νικάω" is a common greek verb meaning "to win; to defeat". Below are its conjugations across major tenses.
νικάω
to win; to defeat
Ενεστώτας
εγώεγώ νικάω
εσύεσύ νικάς
αυτός/αυτήαυτός νικάει
εμείςεμείς νικάμε
εσείςεσείς νικάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί νικάνε
Παρατατικός
εγώεγώ νικούσα
εσύεσύ νικούσες
αυτός/αυτήαυτός νικούσε
εμείςεμείς νικούσαμε
εσείςεσείς νικούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί νικούσαν
Αόριστος
εγώεγώ νίκησα
εσύεσύ νίκησες
αυτός/αυτήαυτός νίκησε
εμείςεμείς νικήσαμε
εσείςεσείς νικήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί νίκησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα νικάω
εσύεσύ θα νικάς
αυτός/αυτήαυτός θα νικάει
εμείςεμείς θα νικάμε
εσείςεσείς θα νικάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νικάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα νικήσω
εσύεσύ θα νικήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα νικήσει
εμείςεμείς θα νικήσουμε
εσείςεσείς θα νικήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νικήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να νικάω
εσύεσύ να νικάς
αυτός/αυτήαυτός να νικάει
εμείςεμείς να νικάμε
εσείςεσείς να νικάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νικάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να νικήσω
εσύεσύ να νικήσεις
αυτός/αυτήαυτός να νικήσει
εμείςεμείς να νικήσουμε
εσείςεσείς να νικήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νικήσουν
Usages & examples
νικώ κάποιον σε παιχνίδι/αγώναΝίκησα τον φίλο μου στο μπάσκετ χθες.I beat my friend at basketball yesterday.
νικώ (χωρίς αντικείμενο)Αν προσπαθήσεις λίγο ακόμα, θα νικήσεις.If you try a bit more, you will win.
με νικάει + ουσιαστικόΜε νικάει η κούραση, πάω για ύπνο.Fatigue is overpowering me, I'm going to bed.
νικώ τον φόβο / τον εαυτό μουΠρέπει να νικήσω τον φόβο της σκηνής.I must overcome my stage fright.