ξαπλώνω conjugation in Greek
"ξαπλώνω" is a common greek verb meaning "lie down". Below are its conjugations across major tenses.
ξαπλώνω
lie down
Ενεστώτας
εγώεγώ ξαπλώνω
εσύεσύ ξαπλώνεις
αυτός/αυτήαυτός ξαπλώνει
εμείςεμείς ξαπλώνουμε
εσείςεσείς ξαπλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξαπλώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ξάπλωνα
εσύεσύ ξάπλωνες
αυτός/αυτήαυτός ξάπλωνε
εμείςεμείς ξαπλώναμε
εσείςεσείς ξαπλώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξάπλωναν
Αόριστος
εγώεγώ ξάπλωσα
εσύεσύ ξάπλωσες
αυτός/αυτήαυτός ξάπλωσε
εμείςεμείς ξαπλώσαμε
εσείςεσείς ξαπλώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξάπλωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξαπλώνω
εσύεσύ θα ξαπλώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξαπλώνει
εμείςεμείς θα ξαπλώνουμε
εσείςεσείς θα ξαπλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξαπλώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξαπλώσω
εσύεσύ θα ξαπλώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξαπλώσει
εμείςεμείς θα ξαπλώσουμε
εσείςεσείς θα ξαπλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξαπλώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξαπλώνω
εσύεσύ να ξαπλώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ξαπλώνει
εμείςεμείς να ξαπλώνουμε
εσείςεσείς να ξαπλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξαπλώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξαπλώσω
εσύεσύ να ξαπλώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξαπλώσει
εμείςεμείς να ξαπλώσουμε
εσείςεσείς να ξαπλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξαπλώσουν
Usages & examples
ξαπλώνω + στον/στοΜόλις γύρισα και ξαπλώνω στον καναπέ για πέντε λεπτά.I just got back and I'm lying down on the couch for five minutes.
ξαπλώνω κάποιονΚάθε βράδυ ξαπλώνω τα παιδιά στις εννιά.Every night I put the kids to bed at nine.
τον/την ξαπλώνωΤου έριξε μια μπουνιά και τον ξάπλωσε κάτω.He punched him and knocked him to the ground.
ξαπλώνω κάτιΞάπλωσα τον χάρτη στο τραπέζι για να δούμε τη διαδρομή.I spread the map on the table so we can see the route.