δηλώνω conjugation in Greek

"δηλώνω" is a common greek verb meaning "declare". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
δηλώνω

declare

Ενεστώτας

εγώεγώ δηλώνω
εσύεσύ δηλώνεις
αυτός/αυτήαυτός δηλώνει
εμείςεμείς δηλώνουμε
εσείςεσείς δηλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δηλώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ δήλωνα
εσύεσύ δήλωνες
αυτός/αυτήαυτός δήλωνε
εμείςεμείς δηλώναμε
εσείςεσείς δηλώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δήλωναν

Αόριστος

εγώεγώ δήλωσα
εσύεσύ δήλωσες
αυτός/αυτήαυτός δήλωσε
εμείςεμείς δηλώσαμε
εσείςεσείς δηλώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δήλωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα δηλώνω
εσύεσύ θα δηλώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα δηλώνει
εμείςεμείς θα δηλώνουμε
εσείςεσείς θα δηλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δηλώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα δηλώσω
εσύεσύ θα δηλώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δηλώσει
εμείςεμείς θα δηλώσουμε
εσείςεσείς θα δηλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δηλώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να δηλώνω
εσύεσύ να δηλώνεις
αυτός/αυτήαυτός να δηλώνει
εμείςεμείς να δηλώνουμε
εσείςεσείς να δηλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δηλώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να δηλώσω
εσύεσύ να δηλώσεις
αυτός/αυτήαυτός να δηλώσει
εμείςεμείς να δηλώσουμε
εσείςεσείς να δηλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δηλώσουν

Usages & examples

δηλώνω ότι + πρότασηΔηλώνω ότι συμφωνώ με την πρόταση.I state that I agree with the proposal.
δηλώνω συμμετοχή σε + αιτ.Θα δηλώσω συμμετοχή στο σεμινάριο μέχρι αύριο.I’ll sign up for the seminar by tomorrow.
δηλώνω κάτι σε/στην + αρχήΔήλωσα το χαμένο πορτοφόλι στην αστυνομία.I reported the lost wallet to the police.
X δηλώνει YΤο χαμόγελό της δηλώνει ικανοποίηση.Her smile shows satisfaction.