διπλώνω conjugation in Greek

"διπλώνω" is a common greek verb meaning "fold". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
διπλώνω

fold

Ενεστώτας

εγώεγώ διπλώνω
εσύεσύ διπλώνεις
αυτός/αυτήαυτός διπλώνει
εμείςεμείς διπλώνουμε
εσείςεσείς διπλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διπλώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ δίπλωνα
εσύεσύ δίπλωνες
αυτός/αυτήαυτός δίπλωνε
εμείςεμείς διπλώναμε
εσείςεσείς διπλώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δίπλωναν

Αόριστος

εγώεγώ δίπλωσα
εσύεσύ δίπλωσες
αυτός/αυτήαυτός δίπλωσε
εμείςεμείς διπλώσαμε
εσείςεσείς διπλώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δίπλωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα διπλώνω
εσύεσύ θα διπλώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα διπλώνει
εμείςεμείς θα διπλώνουμε
εσείςεσείς θα διπλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διπλώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα διπλώσω
εσύεσύ θα διπλώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διπλώσει
εμείςεμείς θα διπλώσουμε
εσείςεσείς θα διπλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διπλώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να διπλώνω
εσύεσύ να διπλώνεις
αυτός/αυτήαυτός να διπλώνει
εμείςεμείς να διπλώνουμε
εσείςεσείς να διπλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διπλώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να διπλώσω
εσύεσύ να διπλώσεις
αυτός/αυτήαυτός να διπλώσει
εμείςεμείς να διπλώσουμε
εσείςεσείς να διπλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διπλώσουν

Usages & examples

διπλώνω + αντικείμενοΔίπλωσε το χαρτί στη μέση.Fold the paper in half.
διπλώνω τα χέριαΕκείνος απλώς δίπλωσε τα χέρια και περίμενε.He just folded his arms and waited.
το X διπλώνειΤο τραπεζάκι διπλώνει και χωράει στο ντουλάπι.The little table folds up and fits in the cupboard.
διπλώνομαι στα δύοΠονούσα τόσο που διπλώθηκα στα δύο.I was in so much pain I bent over double.