μεγαλώνω conjugation in Greek
"μεγαλώνω" is a common greek verb meaning "grow up". Below are its conjugations across major tenses.
μεγαλώνω
grow up
Ενεστώτας
εγώεγώ μεγαλώνω
εσύεσύ μεγαλώνεις
αυτός/αυτήαυτός μεγαλώνει
εμείςεμείς μεγαλώνουμε
εσείςεσείς μεγαλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μεγαλώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ μεγάλωνα
εσύεσύ μεγάλωνες
αυτός/αυτήαυτός μεγάλωνε
εμείςεμείς μεγαλώναμε
εσείςεσείς μεγαλώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μεγάλωναν
Αόριστος
εγώεγώ μεγάλωσα
εσύεσύ μεγάλωσες
αυτός/αυτήαυτός μεγάλωσε
εμείςεμείς μεγαλώσαμε
εσείςεσείς μεγαλώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μεγάλωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μεγαλώνω
εσύεσύ θα μεγαλώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα μεγαλώνει
εμείςεμείς θα μεγαλώνουμε
εσείςεσείς θα μεγαλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μεγαλώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μεγαλώσω
εσύεσύ θα μεγαλώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μεγαλώσει
εμείςεμείς θα μεγαλώσουμε
εσείςεσείς θα μεγαλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μεγαλώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μεγαλώνω
εσύεσύ να μεγαλώνεις
αυτός/αυτήαυτός να μεγαλώνει
εμείςεμείς να μεγαλώνουμε
εσείςεσείς να μεγαλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μεγαλώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μεγαλώσω
εσύεσύ να μεγαλώσεις
αυτός/αυτήαυτός να μεγαλώσει
εμείςεμείς να μεγαλώσουμε
εσείςεσείς να μεγαλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μεγαλώσουν
Usages & examples
μεγαλώνω (γίνομαι μεγαλύτερος)Ο γιος μου μεγαλώνει πολύ γρήγορα.My son is growing up very fast.
μεγαλώνω κάποιονΟι παππούδες μου με μεγάλωσαν.My grandparents raised me.
μεγαλώνω + αντικείμενο (ένταση/μέγεθος)Μπορείς να μεγαλώσεις λίγο τον ήχο;Can you turn the volume up a bit?
αφήνω κάτι να μεγαλώσειΘέλω να αφήσω τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν.I want to let my hair grow.