ξεκουράζω conjugation in Greek
"ξεκουράζω" is a common greek verb meaning "rest (someone/something)". Below are its conjugations across major tenses.
ξεκουράζω
rest (someone/something)
Ενεστώτας
εγώεγώ ξεκουράζω
εσύεσύ ξεκουράζεις
αυτός/αυτήαυτός ξεκουράζει
εμείςεμείς ξεκουράζουμε
εσείςεσείς ξεκουράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκουράζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ξεκούραζα
εσύεσύ ξεκούραζες
αυτός/αυτήαυτός ξεκούραζε
εμείςεμείς ξεκουράζαμε
εσείςεσείς ξεκουράζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκούραζαν
Αόριστος
εγώεγώ ξεκούρασα
εσύεσύ ξεκούρασες
αυτός/αυτήαυτός ξεκούρασε
εμείςεμείς ξεκουράσαμε
εσείςεσείς ξεκουράσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκούρασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξεκουράζω
εσύεσύ θα ξεκουράζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεκουράζει
εμείςεμείς θα ξεκουράζουμε
εσείςεσείς θα ξεκουράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεκουράζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξεκουράσω
εσύεσύ θα ξεκουράσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεκουράσει
εμείςεμείς θα ξεκουράσουμε
εσείςεσείς θα ξεκουράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεκουράσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξεκουράζω
εσύεσύ να ξεκουράζεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεκουράζει
εμείςεμείς να ξεκουράζουμε
εσείςεσείς να ξεκουράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεκουράζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξεκουράσω
εσύεσύ να ξεκουράσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεκουράσει
εμείςεμείς να ξεκουράσουμε
εσείςεσείς να ξεκουράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεκουράσουν
Usages & examples
ξεκουράζω κάποιονΠήρα τη βάρδια της για να ξεκουράσω τη φίλη μου.I took her shift to give my friend a break.
ξεκουράζω + μέλος σώματοςΚάθισα λίγο να ξεκουράσω τα πόδια μου.I sat down for a bit to rest my legs.
με ξεκουράζει να + ρήμαΜε ξεκουράζει να ακούω μουσική το βράδυ.Listening to music at night relaxes me.