ξυρίζω conjugation in Greek

"ξυρίζω" is a common greek verb meaning "shave". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ξυρίζω

shave

Ενεστώτας

εγώεγώ ξυρίζω
εσύεσύ ξυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός ξυρίζει
εμείςεμείς ξυρίζουμε
εσείςεσείς ξυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξυρίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ ξύριζα
εσύεσύ ξύριζες
αυτός/αυτήαυτός ξύριζε
εμείςεμείς ξυρίζαμε
εσείςεσείς ξυρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξύριζαν

Αόριστος

εγώεγώ ξύρισα
εσύεσύ ξύρισες
αυτός/αυτήαυτός ξύρισε
εμείςεμείς ξυρίσαμε
εσείςεσείς ξυρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξύρισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ξυρίζω
εσύεσύ θα ξυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξυρίζει
εμείςεμείς θα ξυρίζουμε
εσείςεσείς θα ξυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξυρίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ξυρίσω
εσύεσύ θα ξυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξυρίσει
εμείςεμείς θα ξυρίσουμε
εσείςεσείς θα ξυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξυρίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ξυρίζω
εσύεσύ να ξυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ξυρίζει
εμείςεμείς να ξυρίζουμε
εσείςεσείς να ξυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξυρίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ξυρίσω
εσύεσύ να ξυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξυρίσει
εμείςεμείς να ξυρίσουμε
εσείςεσείς να ξυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξυρίσουν

Usages & examples

ξυρίζω + μέρος του σώματοςΞυρίζω τα πόδια μου κάθε καλοκαίρι.I shave my legs every summer.
ξυρίζω κάποιονΟ κουρέας ξύρισε τον πατέρα μου σχολαστικά.The barber shaved my father carefully.
ξυρίζομαιΞυρίζομαι πριν από το ντους.I shave before the shower.
Ξυρίσου!Ξυρίσου, έχουμε συνάντηση σε μία ώρα.Shave, we have a meeting in an hour.